Wednesday, 16 September 2015

Behind Closed Shutters - Κεφάλαιο 1


Κεφάλαιο 1




Ο αέρας έξω από το παράθυρό μου λυσσομανούσε και η βροχή πέφτει με δύναμη πάνω στο τζάμι. Είμαι σκεπασμένη μέχρι το λαιμό,ενώ κάθε λίγο πετάγομαι από την τρομάρα μου. Ποτέ δε μου άρεσαν οι κεραυνοί. Σε ποιον άρεσαν άλλωστε; Καθώς αφήνω το κομμάτι του συνειδητού και καλωσορίζω την γλυκεία αίσθηση του ύπνου ξαφνικά κάποιος ανοίγει την πόρτα. Σχεδόν αμέσως οι μύες μου τσιτώνουν και είμαι έτοιμη να αντιμετωπίσω οτιδήποτε. Ο επισκέπτης μου κοντοστέκεται για λίγο στην πόρτα.Έχω σταματήσει να αναπνέω και περιμένω κάποια κίνηση

«Ρούμπη; Ρούμπη είσαι ξύπνια;» η τρεμάμενη φωνή του μικρού μου αδελφού, μου επιτρέπει να αναπνεύσω ξανά. Ανακάθομαι στο κρεβάτι και τον κοιτάζω.

«Τι σου συμβαίνει Μάρτιν;»
Ρωτάω και του κάνω νόημα να πλησιάσει.

«Δε μπορώ να κοιμηθώ, φοβάμαι την καταιγίδα.Μπορώ να κοιμηθώ μαζί σου;» με κοιτάζει με ένα βλέμμα όλο παράπονο.

«Φυσικά και μπορείς βρε χαζούλη.» τα χείλη του τεντώνονται ώστε να μου χαρίσει ένα από εκείνα τα αγνά του χαμόγελα. Κάνει ένα βήμα και κοντοστέκεται.

«Μπορεί να έρθει και ο κύριος Γουϊνκι μαζί μας;»με ρωτά με τα δυο του μάτια να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι.

«Φοβάται και ο κύριος Γουϊνκι τις καταιγίδες;»του ρίχνω ένα βλέμμα όλο νόημα. Δείχνει να το σκέφτεται για λίγο. Είναι μόλις οχτώ ετών, αλλά είναι πανέξυπνος σε σημείο να με ξαφνιάζει πολλές φορές.

«Ο κύριος Γουϊνκι δε φοβάται, απλά θέλει να είναι σίγουρος πως δε θα έρθει το τέρας της ντουλάπας.»

«Αν είναι έτσι, τότε μπορεί και ο κύριος Γουϊνκι να κοιμηθεί μαζί μας.» χτυπάειμερικά αθόρυβα παλαμάκια και ύστερα βγαίνει για ελάχιστα δευτερόλεπτα από το δωμάτιο. Όταν επιστρέφει σέρνει μαζίτου έναν μεγάλο καφετί αρκούδο με κίτρινη γραβάτα. Η αλήθεια είναι πως οι πιθανότητες να χωρέσουμε και οι τρεις μας στο μικρό μου κρεβάτι ήταν ελάχιστες έως μηδαμινές.Παρόλα αυτά δε μπορούσα να πω όχι σε αυτή τη αθώα φατσούλα. Τον σκεπάζω και τον τυλίγω με στην αγκαλιά μου, ενώ εκείνος κουρνιάζει στην καμπύλη του λαιμού μου.

«Σε αγαπώ Ρούμπη» μου ψιθυρίζει πριν τα βλέφαρα του κλείσουν.

«Και εγώ σε αγαπώ μικρέ μου.» του δίνω ένα φιλί στο μέτωπο και κλείνω τα μάτια.

Ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη η φωνή του είναι γεμάτη πόνο και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα πέρα από να τον κοιτάζω. Το χέρι του πατέρα πέφτει για ακόμη μια φορά πάνω στο αδύναμο κορμάκι του και όλα αυτά γιατί; Επειδή βγήκε στην αυλή χωρίς να ρωτήσει. Ο πατέρας δε μπορούσε να δει πόσο όμορφη ήταν η ιδιαιτερότητα του γιου του. Δεν τον έβλεπε παρά ως ένα πρόβλημα. Ένα βάρος. Όμως έκανε λάθος ο Μάρτιν ήταν ένας άγγελος, δώρο Θεού με καρδιά τόσο μεγάλη ώστε να μοιράζει αγάπη απλόχερα.

Η ακόμη πιο δυνατή κραυγή του με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Αυτό ήταν παραπάνω από ότι μπορούσα να αντέξω. Είχε πέσει στο πάτωμα κρατώντας στην αγκαλιά του τον κύριο Γουίνκι. Δεν έκλαιγε, μουρμούρησε ένα συνεχόμενο συγνώμη που διακόπτονταν από τις κραυγές του.

«Πατέρα φτάνει!» τσιρίζω και μπαίνω ανάμεσα τους. Η μητέρα μου δεν πρόλαβε να με κρατήσει. Για μερικά δευτερόλεπτα διστάζει. Σφίγγει τα δόντια του και ξεφυσάει. Επικρατεί απόλυτη ησυχία,μόνο το πονεμένο μουρμουρητό του αδερφού μου σπάει τη σιωπή. Του ρίχνει   βλέμμα και ύστερα κατεβάζει το χέρι του. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και στρέφω το σώμα μου προς τον κουλουριασμένο Μάρτιν.

«Έλα γλυκέ μου, πάμε στο δωμάτιο σου.»Σηκώνεται με δυσκολία και προσπαθεί να τυλίξει με τα δύο του χέρια τον αρκούδο του. Τα χείλη του τρέμουν, αυτό δεν τον εμποδίζει να μου χαμογελάσει.

«Εγώ σε αγαπάω μπαμπά» λέει καθώς προσπερνάμε των πατέρα. Εκείνος γουρλώνει τα μάτια και κοιτάει αλλού. Ακόμη καιτώρα δε μπορεί να καταλάβει πόσο κατώτερος του είναι.

«Ρούμπη φρόντισε να μη βγει από το δωμάτιο,θα έχουμε καλεσμένους το απόγευμα. Δε θέλω να μας ντροπιάσει ο- ο αδερφός σου.»για άλλη μια φορά κομπιάζει όταν αναφέρεται σε εκείνον. Δεν τον νοιάζει πραγματικά. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι τι θα πει ο κόσμος. Η οικογένεια μας είναι σαν ένα σάπιο δένδρο. Όλοι το βλέπουν όμορφο και δυνατό, αλλά από μέσα είναι πιο μαύρο ακόμη και από άναστρη νύχτα.

«Μάλιστα πατέρα.» δε λέω τίποτε άλλο. Δεν ήθελα να ξανά δω την κόκκινη λάμψη στα μάτια του. Πόσο μάλλον να αφήσω την οργή του να πέσει πάνω στους μικρούς ώμους του Μάρτιν.

Για όσους δε γνώριζαν άτομα σαν τον Μάρτιν ήταν προβλήματα. Ο Μάρτιν έχει σύνδρομοDown,στο 21ο ζεύγος εκείνος και άλλα παιδιά σαν εκείνον έχουν ένα παραπάνω χρωμόσωμα.Έτσι είναι ιδιαίτερος, αγνός και γεμάτος αγάπη. Μπορεί να δυσκολεύεται να μιλήσει ή να κινηθεί. Αυτό όμως δεν καταργεί το δικαίωμα του για ζωή. Όχι για μια ζωή γεμάτη πόνο, αλλά μια καλή μαζί με άτομα που τον αγαπούν. Άτομα σαν και εμένα, η μητέρα δεν νομίζω πως τον αγαπά πραγματικά.Πιο πολύ τον φοβάται. Όλοι αυτό κάνουν,εκτός από τον πατέρα. Εκείνος τον μισεί.Τον κατηγορεί για όλα τα προβλήματα μας. Το βέβαιο είναι πως ο Μάρτιν είναι ο μόνος που δε φταίει. Του δίνω μερικά χαρτιά και ένα πακέτο με μαρκαδόρους.

«Μάρτιν θα ήθελες να ζωγραφίσουμε;» του ρίχνω ένα ζεστό χαμόγελο και εκείνος μου ανταποδίδει.

«Θέλω ένα λουλούδι» λέει με την χαρακτηριστική χροιά στη φωνή του ενώ μου δίνει τον πράσινο μαρκαδόρο.

Η ώρα είχε πάει οχτώ και ο Μάρτιν είχε αρχίσει να νυστάζει. Φαινόταν στις ακόμη πιο ασταθής κινήσεις του και στα μισόκλειστα σκουροπράσινα μάτια του.Τον φιλάω στο μέτωπο και σηκώνομαι ώστε να ετοιμάσω το κρεβάτι. Δεν είχαν περάσει ούτε τρία λεπτά και είχε ήδη γείρει το κεφάλι του πάνω στις πολύχρωμες ζωγραφιές του. Αργά και τρυφερά τον παίρνω στην αγκαλιά μου και τον ακουμπάω στο κρεβάτι.

«Ρούμπη, ο μπαμπάς με αγαπάει. Το ξέρω »ψιθυρίζει ανάμεσα από ένα χασμουρητό.Δε μπορώ να μιλήσω οι λέξεις έχουν φρακάρει στο λαιμό μου. Γονατίζω για λίγο δίπλα του ώσπου να κοιμηθεί βαθιά.Αφού βεβαιωθώ ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσει. Βάζω μια φόρμα παίρνω τον σάκο μου και φεύγω.

«Για πού το έβαλες;» η βαριά φωνή του πατέρα μου, μου κόβει το δρόμο.

«Ο Μάρτιν κοιμάται» δε λέω τίποτα παραπάνω.Τα νεύρα μου ήταν αρκετά τεντωμένα ώστε να ξεκινήσω καβγά με το παραμικρό.

«Εφόσον κοιμάται, μπορείς και εσύ να ξαπλώσεις.»λέει κάπως θυμωμένα. Κοιτάζω πάνω από τον ώμο του. Οι καλεσμένοι μας βρίσκονται ακόμη εδώ. Έπρεπε να καταλάβω το ξαφνικό του ενδιαφέρον, θέλει να δείξει την υπεροχή του στο σπίτι. Ρουθουνίζω και ισιώνω την πλάτη μου.

«Αύριο είναι Σάββατο και έχω την απογευματινή βάρδια. Τα μαθήματά μου τα έχω τελειώσει.Νομίζω έχω καλύψει όλες μου τις υποχρεώσεις ώστε να βγω έξω απόψε.» Προσπαθώ να κρατήσω τη φωνή μου όσο πιο σταθερή μπορώ. Δεν πρέπει να δει το πόσο με φοβίζει η παρουσία του.

«Δε με απασχολεί, απόψε δε θα βγεις. Έχουμε καλεσμένους.» τα μάτια του στενεύουν ξέρω πως δεν πρέπει να πιέσω την κατάσταση.Αντί όμως αυτό να με κάνει να κλειστώ στις σκέψεις μου και να υπακούσω. Υψώνω ανάστημα και κοιτώντας τον απευθείας μέσα στα μάτια λέω.

«Είναι δικοί σας καλεσμένοι. Έχεις ξεχάσει ότι δεν επιτρέπεις στους φίλους μου να με επισκεφθούν.» για μερικά δευτερόλεπτα μένουμε και οι δύο σιωπηλοί. Ύστερα αφήνει την αναπνοή του να βγει με δύναμη και μου γυρνά την πλάτη. Νιώθω τους σφυγμούς μου στα πλαϊνά του κεφαλιού από την έλλειψη οξυγόνου. Υπερβολικά αργά γυρνάω το σώμα μου και ανοίγω την πόρτα. Δεν έχω κάνει μισό βήμα και βρίσκομαι στο πάτωμα. Ο πατέρας μου με πιάνει από τα μαλλιά και με σέρνει. Ξέρω ακριβώς που με πάει. Αρχίζω και χτυπιέμαι,ουρλιάζω με όλη μου τη δύναμη.

«ΆΦΗΣΈ ΜΕ, ΜΕ ΠΟΝΆΣ!»

«Πρέπει να μάθεις να συμπεριφέρεσαι. Θα σου δείχνω τον τρόπο μέχρι να μάθεις.» νιώθω δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα μου. Με το ένα μου χέρι προσπαθώ να ελευθερώσω τα μαλλιά μου από το σφικτό του κράτημα,ενώ με το άλλο μπήγω τα νύχια μου σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τον πονέσω τόσο ώστε να με αφήσει. Όμως όλα είναιμάταια.

Δεκατέσσερα σκαλοπάτια. Ούτε ένα λιγότερο και κάθε φορά πονάνε το ίδιο. Αφού έχω μετρήσει και το δέκατο τέταρτο σκαλοπάτι με σέρνει για μερικά δευτερόλεπτα που για μένα μοιάζουν αιώνας. Για λίγες στιγμές αφήνει το κράτημα του, αλλά δεν κάνω καμία απόπειρα να φύγω. Ήταν άσκοπο πλέον, οι αλυσίδες κλείνουν γύρω από τον αστράγαλό μου και επιτέλους παύει να με αγγίζει. Στέκεται από πάνω σχεδόν ασθμαίνοντας. Πόσο τον μισώ. Παρόλα αυτά αποφεύγω τα μάτια του. Δε θέλω να πιέσω ακόμη παραπάνω την τύχη μου.

«Βλέπεις τι με αναγκάζεις να κάνω;» παίρνει μια καρέκλα, την ίδια που χρησιμοποιεί όλα αυτά τα χρόνια που με φέρνει εδώ.

«Δε θα είχαμε φτάσει ως εδώ αν απλά με άκουγες. Ξέρεις ότι δε μου αρέσουν τέτοιου είδους μέτρα. Όμως σου είπα πως πρέπει να μάθεις να είσαι καλή.» αγγίζει το μάγουλό μου ως ένα ψεύτικο δείγμα τρυφερότητας, αντιστέκομαι με όλο μου το είναι να μην αποτραβηχτώ μακριά του.Ρουφάω τη μύτη μου, αλλά δε λέω τίποτα.

«Όσο δύσκολο και αν είναι να το πιστέψεις δεν το απολαμβάνω. Εξάλλου είσαι το παιδί μου, το μόνο μου παιδί.» συνεχίζει να χαϊδεύει το μάγουλό μου με μια μισότρελη έκφραση στο πρόσωπό του.

«Και ο Μάρτιν είναι παιδί σου.» μουρμουρίζω μέσα από τα δόντια μου. Πριν προλάβω να αντιδράσω με χτυπά με δύναμη και σχεδόν πέφτω με το κεφάλι στο πάτωμα. Φέρνω τα πόδια μου στο στήθος και γίνομαι μια μπάλα. Καθώς οι κλοτσιές του πατέρα μου χτυπάνε η μία μετά την άλλη τα πλευρά μου. Δεν κλαίω τουλάχιστον προσπαθώ, το μόνο που κάνω είναι να μετράω τα χτυπήματα.Η βρισιές του καλύπτουν οποιονδήποτε άλλο ήχο.

«Αυτό το μπάσταρδο ποτέ δε θα γίνει παιδί μου.Θα καεί στην κόλαση για της αμαρτίες του.» έξι, εφτά

«Στο είπα, πρέπει να είσαι καλή. Γιατί δεν είσαι καλή Ρούμπη;» εννιά, δέκα δεν ξέρω πόσο θα αντέξω πριν χάσω τις αισθήσεις μου.

«Πες το! Θέλω να το ακούσω!» δώδεκα, δεκατρείς.Η ανάσα μου κόβεται. Παρακαλώ το Θεό να πεθάνω αυτήν εδώ τη στιγμή. Μετά όμως η σκέψη μου πηγαίνει στο Μάρτιν, δε μπορώ να τον εγκαταλείψω. Δεκαέξι, δεκαεφτά.

« Αν δεν το πεις δε θα σταματήσω. Πες το " Θαείμαι καλή"» είκοσι, εικοσιένα

«Πες το γαμώτο. Πες το και θα σταματήσω.»εικοσιτέσσερα. Αγγίζω τα όρια μου και με δυσκολία σχηματίζω τις λέξεις.

«Θα είμαι καλή, το υπόσχομαι»

«Πιο δυνατά!» ουρλιάζει, είναι αδύνατον να ακουστώ πάνω από τη μπάσα φωνή του.Πρέπει όμως, αλλιώς ο Μάρτιν θα μείνει μόνος.

«Θα είμαι καλή πατέρα, το υπόσχομαι!» λέω με όλη μου τη δύναμη και εκείνος σταματά.Βγάζει ένα μαντήλι από την τσέπη του και σκουπίζει το μέτωπό του.

«Είδες;Δεν ήταν και τόσο δύσκολο.» δε δίνω σημασία στα λόγια του. Συγκεντρώνομαι ώστε να ανακτήσω τους ρυθμούς της καρδιάς μου.

«Απόψε θα μείνεις εδώ, ίσως έτσι μάθεις να με ακούς πιο συχνά.» ανεβαίνει τα σκαλοπάτια και κλείνει την πόρτα πίσω του.

Το σώμα μου είναι μουδιασμένο από τις τόσες ώρες ακινησίας. Κάτι μέσα μου έλεγε πως πλησίαζε το ξημέρωμα. Τα μάτια μου τσούζουν, αλλά αυτός ο πόνος δεν είχε καμία σχέση με τον πόνο που διαπερνά κάθε χιλιοστό του κορμιού μου. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και είναι σαν χιλιάδες μαχαίρια να σκίζουν το λαιμό μου. Σιγά,σιγά ξεκολλάω τα άκρα μου από το υπόλοιπο σώμα μου. Είναι μια επώδυνη, αλλά αναγκαία διαδικασία.

Μαζεύω τις δυνάμεις μου και με δυσκολία ανακάθομαι. Αναπνέω αργά θέλοντας να ελέγξω αν έχει σπάσει κάτι. Ευτυχώς είμαι γερό καρύδι. Πέρα από κάποιους έντονους πόνους δεν έχω σπάσει τίποτα.Τα λεπτά περνάνε και με τρεμάμενα χέρια χτενίζω τα μαλλιά μου. Έκανα τα πάντα ώστε να ξεχάσω ποιος με έφερε σε αυτή την κατάσταση. Σαν να έχει ακούσει τις σκέψεις μου ανοίγει την πόρτα. Νομίζοντας πως είναι ο πατέρας τραβιέμαι μακριά από τις σκάλες. Αντί όμως για εκείνον κατεβαίνει η μητέρα μου. Είναι σιωπηλή,λύνει τις αλυσίδες και με βοηθάει να σηκωθώ. Δε με ρωτάει καν αν είμαι καλά.

Με αφήνει στο μπάνιο και μου φέρνει μια πετσέτα.

«Φρόντισε να γίνεις άνθρωπος, πριν χρειαστεί να σε πάμε στα νοσοκομεία.» θέλω τόσο πολύ να εκφράσω ένα πικρόχολο σχόλιο που ανέβηκε στο λαιμό μου, όμως δε το κάνω.Απλά νεύω και βγάζω τα ρούχα μου.

Η διαδρομή για το μπιστρό του Μπομπ είναι αρκετά μεγάλη. Αυτό ποτέ δε με ενόχλησε.Ήταν μια καλή στιγμή να κλειστώ στις σκέψεις μου και να αφήσω τον καθαρό αέρα να με ηρεμήσει. Το μπιστρό βρίσκεται στην βιομηχανική περιοχή του χωριού.Οι πιο συχνοί πελάτες είναι ο Πίτερ Όττο και Μερτ Ντέιβις. Δύο στρουμπουλοί μεσήλικες με κατακόκκινα ζυγωματικά.Πάντα αφήνουν φιλοδώρημα στην Άννι και εκείνη πάντα τους σερβίρει έξτρα μπισκότα βουτύρου με τον καφέ τους.

Η σημερινή μέρα είναι αρκετά ήσυχη για Σάββατο απόγευμα, δεν έχει πολύ κρύο και πιθανόν όλοι να έχουν κανονίσει κάποιο υπαίθριο πικ-νικ.

«Γεια σου Ρούμπη. Πως ήταν η μέρα σου;» η φωνή του Ντίλαν με αποσπά από τις σκέψεις μου.

«Ήσυχη θα έλεγα. Πως πάνε τα πράγματα στο αγρόκτημα;» χαμογελάω και νιώθω την μελανιά κάτω από το μάτι μου να πονά ακόμη περισσότερο.

«Τα ίδια. Ξέρεις πως είναι. Ο πατέρας μου σηκώνεται από τα ξημερώματα και γυρνάει σχεδόν μεσάνυχτα. Όπως λέει και εκείνος το αγρόκτημα είναι σαν μια μεγάλη οικογένεια. Μπορείς να μου ετοιμάσεις δύο σκέτους, ζεστούς καφέδες;» ψαχουλεύει άτσαλα τις πίσω τσέπες του μαύρου του παντελονιού. Την χαρούμενη έκφραση του αντικαθιστά μια μίξη νεύρου και αγανάκτησης.

«Πάλι έχασες το πορτοφόλι σου Ντίλαν;» σχεδόν αμέσως τα μάγουλά του κοκκινίζουν και τα γαλάζια μάτια του με αποφεύγουν.

«Νομίζω πως το άφησα στο αυτοκίνητο.» περνάει τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του,στο χρώμα της άμμου. του κλείνω το μάτι και του προσφέρω τους καφέδες.

«Αυτή τη φορά είναι κερασμένοι από μένα.»

«Όχι,δε μπορώ να το δεχτώ αυτό!» διαμαρτύρεται και τους τείνει προς εμένα.

«Έλα τώρα, μην κάνεις σαν μωρό. Τι είναι δυο καφέδες. Αν θες μπορώ να σε χρεώσω διπλά την επόμενη φορά.» ξεφυσάει και με κοιτάζει με ένα πονηρό βλέμμα.

«Καλώς,όμως θα με αφήσεις να σε κεράσω έναν καφέ κάποια στιγμή.» σαστίζω και αυτόματα γελάω.

«Μου ζητάς ραντεβού;» εκείνος παίρνει τους καφέδες και ανασηκώνει τους ώμους του.

«Πες το όπως θες, αυτόν τον καφέ δεν τον γλιτώνεις.» μου κλείνει το μάτι και φεύγει. Αφήνοντας με σοκαρισμένη να σκέφτομαι τις επιπτώσεις όλου αυτού.

Σφουγγαρίζω το πάτωμα και η μυρωδιά του απορρυπαντικού γεμίζει τον αέρα. Οι κινήσεις μου είναι αργές, δε βιάζομαι να φύγω. Καθώς κινώ τη σφουγγαρίστρα πάνω από τα γκρίζα πλακάκια με ένα σταθερό ρυθμό, η Άννι μου παίρνει απαλά το κοντάρι από τα χέρια μου και μου χαμογελάει.

«Πήγαινε,θα τα τελειώσω. Φαίνεσαι ταλαιπωρημένη,εξάλλου σε περιμένουν.» την κοιτάζω σοκαρισμένη και ύστερα ακολουθώ το βλέμμα της. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου είναι παρκαρισμένο ένα μικρό τζιπ. Είναι δύσκολο να δω το ακριβές του χρώμα από εδώ που βρίσκομαι και μέσα στο μισοσκόταδο. Όμως δεν χρειάζεται,ξέρω πολύ καλά σε ποιον ανήκει. Αναστενάζω και χίλια συναισθήματα με πλημμυρίζουν.Αυτό που κυριαρχεί είναι ο φόβος. Φόβος για αυτό το απερίσκεπτο αγόρι που σίγουρα έχει τάσεις αυτοκτονίας.

«Τι περιμένεις; Άντε πήγαινε.» μου χαμογελάει ξανά και μου δίνη την τσάντα μου. Διστακτικά της ανταποδίδω κάτι που μοιάζει με χαμόγελο. Λύνω την ποδιά μου και βγαίνω έξω.

Αντί να προχωρήσω ευθεία προς το αμάξι, στρίβω αριστερά και το προσπερνάω. Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. Ίσως να μη μου ξαναμιλήσει ποτέ και αυτές οι ελάχιστες κοινωνικές συναναστροφές που έχω να γίνουν ακόμη πιο λίγες. Όμως είναι για το καλό και των δυο μας. Δε θα ήθελα να δω τη συμπεριφορά του πατέρα μου απέναντι σε έναν από τους φίλους μου.

Φώτα έρχονται από πίσω μου φωτίζοντας το δρόμο. Μερικές στιγμές αργότερα η μηχανή βουίζει δίπλα μου.

«Νομίζω ότι χρειάζεσαι οφθαλμίατρο.Ολόκληρο αυτοκίνητο και ούτε που το πρόσεξες.» ο Ντίλαν σχεδόν φωνάζει για να ακουστεί πάνω από το βουητό της μηχανής. Στρέφω τα μάτια μου προς τον ουρανό, αλλά δεν σταματάω να περπατάω.

«Το πρόσεξα, αν δε το έκανα θα είχα πέσει επάνω του.» με την άκρη του ματιού μου βλέπω την άκρη των χειλιών του να τραβιούνται προς τα πάνω.

«Τι θα έλεγες να σταματήσεις να περπατάς για λίγο; Να μπορέσουμε να μιλήσουμε και πιο άνετα.» κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου και κοντοστέκομαι.

«Με συγχωρείς Ντίλαν, δεν έχω χρόνο. Με περιμένουν οι δικοί μου» ανασηκώνει τους ώμους και μου ρίχνει ένα στραβό χαμόγελο.

«Θα μπορούσα να σε πάω εγώ σπίτι σου. Είναι επικίνδυνο να περπατάς μόνη μέσα στη νύχτα.» ρουθουνίζω άθελα μου. Ήμουν πολύ πιο ασφαλής αν περπατούσα μονή στην πιο κακόφημη γειτονιά του κόσμου από ότι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Όμως δε του το λέω. Κανείς δεν το ξέρει. Κανείς εκτός από την καλύτερη μου φίλη κι αν όχι τη μοναδική. Η Κριστίν είναι η μόνη που ξέρει και με κρατά στα συγκαλά μου όταν χάνω κάθε ελπίδα.

«Σε ευχαριστώ Ντίλαν, αλλά προτιμώ να περπατήσω.» του χαμογελάω ευγενικά.«καληνύχτα, πραγματικά δεν έχω χρόνο.Θα τα πούμε, κάποια στιγμή.» κουνάω το χέρι μου βιαστικά και απομακρύνομαι.

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα τα φώτα σβήνουν.Μάλλον έστριψε και τώρα βρίσκεται στο δρόμο για το σπίτι του. Είμαι τόσο προσηλωμένη στις σκέψεις που δεν τον ακούω παρά μόνο όταν βηματίζει δίπλα μου. Σταματάω απότομα και τον κοιτάζω.

«Μα τι στο καλό κάνεις; Σου είπα πως βιάζομαι.»λέω εκνευρισμένη. Βάζει τα χέρια στις τσέπες του κάνοντας μια γκριμάτσα.

«Εφόσον δε θέλεις να σε πάω με το αυτοκίνητο θα σου κάνω παρέα μέχρι να φτάσεις.» μου κλείνει το μάτι και συνεχίζει να προχωράει ενώ εγώ έχω μείνει βαριά σαν βράχος στη θέση μου. Αφού κάνει μερικά βήματα γυρνά και με κοιτά με ένα σκανταλιάρικο βλέμμα.

«Εσύ δεν είπες πως βιάζεσαι;» κουνάω το κεφάλι μου πέρα δώθε και τον προσπερνάω με βαριά βήματα. Τον ακούω που δυσκολεύεται να συγκρατήσει το γέλιο του.

«Τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις; » λέω απότομα, όμως δεν τον κοιτάζω. Δεν ήθελα να δει τον τρόμο στα μάτια μου. Ίσως αν ήμουν αρνητική απέναντί του να άλλαζε γνώμη και να έφευγε. Έτσι δε θα ήταν πιθανό θύμα για την παρανοϊκή οργή του πατέρα.

«Σου χρωστάω έναν καφέ, το ξέχασες;»

«Είναι δέκα και μισή το βράδυ, τέτοια ώρα ο κόσμος πάει σπίτι του.» μουγκρίζω και με την άκρη του ματιού μου τον βλέπω να ανασηκώνει τους ώμους του αδιάφορα.

«Δεν έχει σημασία τι κάνει ο κόσμος, δε ζούνε αυτοί τη ζωή μας.»

«Ο κόσμος έχει πολύ μεγάλη σημασία,τουλάχιστον για μένα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο θα ήταν καλύτερα να πας σπίτι σου.» έχω το βλέμμα μου χαμηλωμένο δε μπορώ να τον κοιτάξω. Ίσως αν είχα διαφορετικούς γονείς που με αγαπάνε και θέλουν το καλύτερο για μένα να μπορούσαμε να είμαστε φίλοι.

Τώρα στέκεται μπροστά μου κόβοντάς μου το δρόμο. Περιμένει να σηκώσω το κεφάλι μου, αλλά δε το κάνω. Αδειάζει τον αέρα από τα πνευμόνια του και μένουμε για λίγο σιωπηλοί.

«Ρούμπη » σταματάει για λίγο. Σχεδόν ακούω τον ήχου που κάνουν τα χείλη του καθώς ακουμπάνε μεταξύ τους.

«Απλά θέλω να ξέρεις πως είμαι εδώ. Για ότι χρειαστείς μη διστάσεις.»

«Είμαι καλά, σε ευχαριστώ όμως.» τα βλέμματα μας συναντιούνται και του χαμογελάω καθώς συντάσσω το ψέμα μου. Δεν είμαι καλά και ούτε πρόκειται να είμαι ποτέ όσο αυτοί οι άνθρωποι, που θέλουν να λέγονται γονείς, σπαταλάνε οξυγόνο αναπνέοντας. Με κοιτά περιμένοντας κάτι, σφίγγει τα χείλη του και ύστερα μου χαμογελά.

«Χαίρομαι,θα τα πούμε το επόμενο Σάββατο όταν για ακόμη μια φορά θα χάσω το πορτοφόλι μου.» μου κλείνει το μάτι και απομακρύνεται.

«Πότε φεύγεις για το πανεπιστήμιο;» ακούω τον εαυτό μου να λέει και αμέσως το μετανιώνω.Κάνοντας προσωπικές ερωτήσεις σε κάποιον δείχνεις ενδιαφέρον, αναιρώντας όλες τις προηγούμενες προσπάθειες μου να δημιουργήσω έναν τοίχο ανάμεσα σε εκείνον και εμένα. Μου χαρίζει ξανά ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο.

«Δε με δέχθηκαν, θα ανεχθείς την γοητευτική μου ύπαρξη για ακόμη ένα χρόνο» γελάω άθελα μου.

«Χαίρομαι που δεν πάμε στο ίδιο σχολειό, δε θα άντεχα έναν τόσο εγωκεντρικό συμμαθητή»προσποιείται πως κρατάει έναν καθρέπτη και φτιάχνει τα μαλλιά του. Σουφρώνει τα χείλη του στο υποτιθέμενο είδωλό του και μετά με κοιτάζει με ένα γλυκό χαμόγελο.

«Καλό σου βράδυ Ρούμπη»

«Καλό σου βράδυ Ντίλαν»