Wednesday, 27 January 2016

Πριν το τέλος - Μίνι Κεφάλαιο 5

Αντιδράσεις.


Κρατά το τιμόνι σφικτά με το βλέμμα προσηλωμένο στο δρόμο, τα μαύρα μάτια της Χρύσας μαρτυρούν την αγωνία και τον πόνο που μαίνεται μέσα της. Ο Χρήστος δίπλα της μένει και εκείνος σιωπηλός. Τρίβει τον καρπό του καθώς θυμάται το κρύο μέταλλο των χειροπεδών. Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του νιώθει την απώλεια της αδερφής του. Πιέζει με δύναμη την περιοχή ανάμεσα από το δείκτη και τον αντίχειρά του. Ο σωματικός πόνος τον βοηθούσε να ξεχάσει.
Από τον περασμένο χρόνο είχε σκεφτεί πολλές φορές να πληγώσει τον εαυτό του. Όμως ήταν δειλός, έτσι κατέληγε στο αλκοόλ και αργότερα στα ναρκωτικά. Μόνο τότε αισθανόταν χαρούμενος, μόνο τότε μπορούσε να νιώσει την Έλλη δίπλα του. Με το ζεστό της χαμόγελο και τα μάτια σαν κεχριμπάρια.
«Και εμένα μου λείπει»
λέει η μητέρα του βγάζοντας τον από τις σκέψεις του. Εκείνος δε μιλά, απλά κοιτάει έξω από το παράθυρο. Θυμός τον κατακλύζει. Θυμό για τον άνθρωπο που του στέρησε τον ήλιο. Θυμό για τον εαυτό του που δεν ήταν εκεί να την προστατέψει.
«Σταμάτα το αυτοκίνητο, θέλω να περπατήσω.» λέει με σφιγμένα δόντια.
«Σε λίγο είμαστε σπίτι. Χρειάζομαι τη βοήθεια σου με την μετακόμιση» η φωνή της Χρύσας τρέμει, δε θέλει να τον αφήσει από τα μάτια της ξανά. Φοβάται, εχθές ήταν τυχερός παρόλο την απερισκεψία του. Κανείς όμως δε μπορεί να της εγγυηθεί πως θα είναι το ίδιο τυχερός και σήμερα.
«Σου είπα θέλω να κατέβω» μουγκρίζει εκείνος. Η Χρύσα τον κοιτά με την άκρη του ματιού της. Της είναι δύσκολο να βλέπει το παιδί της μέσα στον πόνο. Αδειάζοντας τα πνευμόνια της από τον αέρα , παρκάρει άτσαλα στην άκρη του δρόμου. Παραδομένη κοιτάζει τον γιο της. Ο Χρήστος δεν της ρίχνει ούτε βλέμμα, του είναι δύσκολο να αντικρίσει στα μάτια την μητέρα του. Ντρέπεται και νιώθει υπεύθυνος και λίγος μπροστά στην θλίψη των γονιών του. Κλείνει την πόρτα και απομακρύνεται.
****

Μια εβδομάδα μετά.

«Και τι να του πω, μου λες;» ο Λευτέρης κάθετε στην πολυθρόνα κρατώντας στα χέρια του την σημερινή εφημερίδα.
«Να του μιλήσεις, μας χρειάζεται. Γιος μας είναι. Δε γίνεται να τον αφήσουμε μόνο του.» απαντά εκείνη και καθώς βηματίζει πάνω κάτω. Τα περισσότερα πράγματα είναι κλεισμένα στα κουτιά. Σε δύο μέρες θα ερχόταν η μεταφορική για τα έπιπλα.
«Χρύσα... » λέει απαλά ο Λευτέρης και πλησιάζει τη γυναίκα του. «δώσε του χρόνο. Το ξέρω πως ανησυχείς. Όμως χρειάζεται χρόνο να το συνηθίσει. Για όλους μας είναι δύσκολο. Ο καθένας έχει διαφορετική αντίδραση.» της χαϊδεύει τα μαλλιά και ύστερα τυλίγει τα χέρια του γύρω της. Εκείνη Αρχίζει να κλαίει βουβά και καθώς τα λεπτά κυλούσαν το κλάμα έγινε λυγμός. Το σώμα της τραντάζεται, όμως ο Λευτέρης δεν την αφήνει. Την κρατά γερά, την κρατά ολόκληρη. Ο ένας δίνει δύναμη στον άλλον. Δάκρυα γεμίζουν και τα δικά του μάτια. Παρακαλά το Θεό όλα αυτά να είναι ένας εφιάλτης, παρακαλά η κόρη του να έρθει πίσω και να είναι ξανά όλοι μαζί μια οικογένεια.
Η πόρτα ανοίγει και ο Χρήστος μπαίνει στο σχεδόν άδειο σαλόνι με πρόσωπο γεμάτο αίματα. Η μητέρα του ουρλιάζει και τρέχει κοντά του.
«Χρήστο! Τι συνέβη; ποιος στο έκανε αυτό; Γρήγορα να πάμε στο νοσοκομείο. Λευτέρη ετοίμασε το αμάξι.»
«Καλά είμαι ρε μάνα, μην ανησυχείς. Σκόνταψα και έπεσα. Αυτό είναι όλο.» ο Χρήστος απομακρύνεται και πηγαίνει στο μπάνιο. Πόσο ηλίθιος είμαι, σκέφτεται. Ρίχνει παγωμένο νερό στο πρόσωπό του και ένα κύμα πόνου του κόβει την ανάσα. Μουγκρίζει, αλλά παραμένει ψύχραιμος. Η Χρύσα χτυπά την πόρτα θέλοντας να τον βοηθήσει.
«Είμαι καλά σου είπα. Φύγε.» λέει νευριασμένα. Βγάζει τα ρουχα του και μπαινει για μπανιο. Ίσως το νερό ξεδιαλύνει τις σκέψεις του.
****

«Και καλά ρε μαλάκα, τον άφησες να σου σπάσει τη μύτη;» ρωτά το ψηλόλιγνο αγόρι το Χρήστο.
«Γιάννη σταμάτα. Δεν έχω όρεξη. Ήμουν απροετοίμαστος, αυτό είναι όλο.» το αγόρι απογοητεύεται περίμενε να δει κάποια σπίθα θυμού ή εκδίκησης από τον φίλο του. Ο Χρήστος ρουφάει μια τζούρα από το τσιγάρο του, απολαμβάνοντας την ησυχία της νύχτας. Ενώ ο Γιάννης δίπλα του ξαπλώνει και κοιτάει τα αστέρια.
«Ξέρεις,κάποιες φορές σκέφτομαι πως αν ήμουν μαζί της τότε ίσως...»
«Χρήστο μην αρχίζεις τις μαλακίες. Το πιο πιθανό να ήσουν νεκρός. Δε λέω πως δεν θα έπρεπε ν ήσουν μαζί της. Το μόνο που λέω είναι ότι δεν ξέρεις τι άνθρωπος έκανε ότι έκανε. Επίσης δε νομίζω πως ένας έφηβος θα μπορούσε να τον σταματήσει.» Ο Γιάννης τον σπρώχνει με το γόνατό του. Δεν ήθελε ο φίλος του να κάνει τέτοιες σκέψεις.
«Μίλησες με την Νάντια;» τον ρωτάει τελικά μετά από λίγο. Ο Χρήστος τον κοιτά όλο απορία.
«Την Κωνσταντίνα, από μπαρ που πήγαμε προχθές. Μην κάνεις πως δε θυμάσαι. Ολόκληρη μύτη σου έσπασε ο πρώην.»
«Κατάλαβα, αλλά όχι, δεν την έχω πάρει από τότε.» ρουφάει ακόμη μια τζούρα και μετά σβήνει το τσιγάρο πάνω στο ραγισμένο μάρμαρο.
«Κακώς, ήταν ωραίο μωρό. Ξέρεις θα μπορου-» η φωνή ενός νεαρού λίγα μέτρα μακρυά τους διακόπτει το Γιάννη.
«Τι έγινε Δημητρίου δε σου έφτασε το ξύλο και θες και άλλο; Σου είπα πως δε θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου.» Ο νεαρός στέκεται τώρα μπροστά στον Χρήστο. Η γεροδεμένη φιγούρα του μοιάζει δέκα φορές πιο επικίνδυνη στο λιγοστό φως της νύχτας.
«Εσύ ήρθες στα μέρη μου. Μάλλον αυτός που θέλει ξύλο είσαι είσαι εσύ Μιχάλη.» απαντά ο Χρήστος με ένα χαμόγελο όλο ειρωνεία. Τα χαρακτηριστικά του Μιχάλη σκληραίνουν, παρόλα αυτά μένει σιωπηλός, ενώ την ίδια στιγμή άλλοι τέσσερις νεαροί τους πλησιάζουν. Ο Γιάννης το αντιλαμβάνεται και σκουντά απαλά τον Χρήστο. Εκείνος γνέφει και σηκώνεται.
«Τέλος των πάντων είναι αργά και εμείς λέμε να φύγουμε. Αν μείνετε έχετε το νου σας. Ο Γιάννης φτύνει πολύ.» τους κλείνει το μάτι και κατευθύνεται προς τον δρόμο. Δεν προλαβαίνει να κάνει μερικά βήματα όταν ακούει το Μιχάλη να λέει.

«Ξέρεις, άκουσα πως η αδερφή σου ήταν καλό πουτανάκι. Κρίμα μου δεν είναι εδώ πλέον. Θα περνούσαμε καλά. Όμως έμαθα ότι χόρτασε πού-» η γροθιά του Χρήστου τον πετυχαίνει ρίχνοντας τον στο έδαφος. Το επόμενο πράγμα που θυμάται ο Χρήστος είναι η σειρήνες του ασθενοφόρου.