Wednesday, 13 January 2016

Πριν το τέλος - Μίνι Κεφάλαιο 4

Στο τμήμα.


Το βήμα της γοργό και αγχώδης, για ποιο λόγο να την καλέσουν; Τι συνέβη στον Χρήστο; Αυτόματα σφίγγει το παλτό της, καθώς ο αέρας φυσά παγωμένος. Δεν έπρεπε να αφήσει το αυτοκίνητο τόσο μακρυά, σκέφτεται αλαφιασμένη και επιταχύνει.
Φτάνει έξω από το αστυνομικό τμήμα Καβάλας ασθμαίνοντας.
«Βαθιές ανάσες» σιγοψιθυρίζει στον εαυτό της. Τακτοποιεί τα ρούχα της και σπρώχνει τη μπλε πόρτα. Τα τακούνια της χτυπάνε πάνω στο λευκό μάρμαρο, συνήθως ήταν προσεκτική. Δεν έκανε τόσο θόρυβο, όμως τώρα δεν την ένοιαζε έπρεπε να βρει το γιο της.
   
   Προσπερνάει βιαστικά μερικές πόρτες , ως που φτάνει έξω από την πόρτα του Διοικητή. Παίρνει μερικές βαθιές ανάσες και χτυπάει την πόρτα.
«Περάστε» απαντά μια αντρική φωνή. Δειλά πιέζει το χερούλι και μπαίνει μέσα.
Τα μάτια της ελέγχουν με ταχύτητα φωτός τον χώρο, όμως ο Χρήστος δεν είναι πουθενά. Πανικός την κατακλύζει.
«Που είναι ο γιος μου;» ρωτά με φωνή που τρέμει. Ο άνδρας απέναντι της σηκώνεται και τείνει την καρέκλα μπροστά της.
«Παρακαλώ κυρία Δημητρίου, καθίστε» σχεδόν αυτόματα ακολουθεί την υπόδειξή του, μέσα της μαίνεται μια κόλαση καθώς η αγωνία την τρώει. Ο Διοικητής βολεύεται στη θέση του και καθαρίζει το λαιμό του .
«Όπως ήδη σας έχουν ενημερώσει οι συνάδελφοι, σας καλέσαμε για ένα ζήτημα του γιου σας. Χρήστου Δημητρίου» ο άνδρας βλέπει τον τρόμο να παραμορφώνει το κουρασμένο της πρόσωπο. Άθελα του και ξεχνώντας εντελώς τι πραγματικά έχει συμβεί σε αυτή τη γυναίκα. Σκέφτεται πόσο άσχημη είναι η συμπεριφορά του γιου της, μοιάζει σα να μη νοιάζεται και τόσο για τις επιπτώσεις των πράξεων του. Το αίσθημα της αγανάκτησης σκαρφαλώνει στο λαιμό του. Ύστερα όμως θυμάται τους λυγμούς του μικρού αυτού αγοριού όταν αντίκρισε το άψυχο σώμα της αδερφής του.

  Η κοφτή ανάσα της Χρύσας τον βγάζει από τις σκέψεις του. Βήχει ελαφρά και προσεκτικά διαλέγει τις λέξεις.
«Κυρία Δημητρίου» κάνει μια παύση και η Χρύσα σφίγγει με δύναμη το δερμάτινο παλτό της. Η καρδιά της είχε σταματήσει λίγε στιγμές πιο πριν.
«ο γιος συνελήφθη για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών» το πρόσωπό της στραγγίζει από χρώμα και τα χείλη της τρέμουν. Ήξερε πως ο Χρήστος περνούσε δύσκολες μέρες μετά το χαμό της Έλλης. Όμως ποτέ δεν πίστευε, ότι μπορούσε να φτάσει τόσο μακρυά.
«Πείτε μου απλά που βρίσκεται ο γιος μου και πως μπορώ να τον πάρω σπίτι.» η φωνή της σκληρή και απότομη δεν ήθελε να ακούσει παραπάνω. Μισούσε τον οίκτο που βρισκόταν στα μάτια του Διοικητή. Δεν ήθελε την λύπηση κανενός.
«Κυρία Δημητρίου...»
«Δε θέλω να ακούσω τίποτα άλλο κύριε Όργανο. Ενημερώστε με σχετικά με ποιες ενέργειες μπορώ να κάνω ώστε ο Χρήστος να έρθει σπίτι.» ο άνδρας ετοιμάζεται να πει κάτι, αλλά το μετανιώνει. Δε μπορούσε να τα βάλει με μια πληγωμένη μητέρα.
«Σύμφωνα με το πρωτόκολλο θα πρέπει να παραμείνει απόψε στο κρατητήριο» η καρδιά της Χρύσας χτυπάει σαν τρελή. Δε γίνεται να συμβεί κάτι τέτοιο. Δε μπορούσε να αφήσει το Χρήστο κλεισμένο σε ένα κελί. Το κορμί της τσιτώνεται έτοιμο να ξεσπάσει.
«Παρόλα αυτά δεδομένου των συνθηκών, θα του αφαιρέσουμε την άδεια οδήγησης και θα κατασχέσουμε το όχημα μέχρι νεοτέρας.» οι ώμοι της χαλαρώνουν, τουλάχιστον θα είχε το γιο της στο σπίτι.

   Σηκώνεται, ισιώνει τα ρούχα της και τείνει το ντελικάτο χέρι της προς τον άνδρα.
«Σας ευχαριστώ κύριε..» το βλέμμα της τρέχει στην μεταλλική επιγραφή που βρίσκεται επάνω στο γραφείο του.
«Κύριες Χατζηστεργίου.» εκείνος της χαμογελά με δυσκολία.
«Στο γραφείο τρία βρίσκεται η Δεσποινίς Ανδρονίκου την έχω ενημερώσει. Έχει αναλάβει τα περαιτέρω» η Χρύσα γνέφει και φεύγει αφήνοντας μια αμυδρή υπόνοια του αρώματος της να πλανιέται στον αέρα. Ο Αντώνης χαλαρώνει και εξουθενωμένος κάθεται στη θέση του. Πιέζει τον αριθμό τρία και αφού χτυπήσει δυο φορές η νεαρή αστυνομικός απαντά.
«Σας ακούω κύριε Διοικητά»
«Ανδρονίκου σε παρακαλώ ετοίμασε τα χαρτιά του κύριου Χρήστου Δημητρίου. Θα έρθει η μητέρα του να τον παραλάβει.»
«Μα κύριε, το πρωτόκολλο;»
« Γνωρίζω πολύ καλά τι λέει το πρωτόκολλο, εσύ θα κάνεις αυτό που σου είπα.»
«Μάλιστα κύριε.» είναι το μόνο που λέει και η γραμμή νεκρώνει.
Αφήνει το ακουστικό στη θέση του και γέρνει προς τα πίσω. Περνάει τα χέρια του μέσα από τα γκρίζα μαλλιά του. Ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και βγάζει τη φωτογραφία ενός κοριτσιού γύρω στα τέσσερα. Είναι φθαρμένη, όμως το χαμόγελο του κοριτσιού λάμπει. Ένα δάκρυ πέφτει πάνω στο σκούρο καφέ ξύλο, ενώ το ακολουθεί ακόμη ένα. Τα χείλη του ξερά και τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι.

   Γιατί να σε χάσω τόσο νωρίς, συλλογίζεται και πνίγει ένα παράπονο.
«Μόνο εσένα είχα» ψιθυρίζει, χαϊδεύει τα φουσκωτά μάγουλα του κοριτσιού και την ξαναβάζει στο συρτάρι.
«Μου λείπεις κόρη μου» ψιθυρίζει ξανά και κλείνει το συρτάρι.