Replace

Wednesday, 16 December 2015

ΩΚΕΑΝΕΙΟ ΣΕΛΑΣ- ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1



ΠΑΡΙΣΙ, ΓΑΛΛΙΑ, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

1.



Ο Δεκεμβριανός αέρας έτσουζε τα μαγουλά μου και ανακάτευε τις μπούκλες μου. Βλαστημούσα την ώρα και την στιγμή που η Πολίν με ανάγκασε να σηκωθώ από τις οχτώ ώστε να προλάβω τις πρωινές χριστουγεννιάτικες προσφορές στη Μπόν Μαρσέ. Αν και το αυτοκίνητο μου ήταν παρκαρισμένο στην επόμενη γωνία, τα χέρια μου είχαν κουραστεί από τις τέσσερις συνολικά χάρτινες σακούλες που κουβαλούσα, μαζί με το σακίδιο μου.
Γύρω μου άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών βάδιζαν γρήγορα και προσπαθούσα να αποφύγω τον πειρασμό να προβλέψω τι ακριβώς σκεφτόνταν. Αν ήταν εδώ η Δόκτωρ Λακρουά θα με συμβούλευε σθεναρά να μην αφήνομαι σε φαντασιώσεις, αν ήταν δίπλα μου ο Πάτερ Ζάν Μπαπτίστ θα κύρρητε με πάθος για την δύναμη του διαβόλου να εισέρχεται στις σκέψεις μας τις πιο αδύναμες στιγμές.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου γρήγορα και συνέχισα ως την στροφή της Γου ντε Μπαμπιλόν. Τα χέρια μου είχαν ιδρώσει όχι τόσο από τις σακούλες όσο από τα γάντια που τα έσφιγγαν. Αυτά τα γάντια ήταν ο καλύτερος φίλος και συνάμα χειρότερος εχθρός μου, από τότε που επέστρεψα στο Παρίσι και ξεκίνησα να συγκατοικώ με την Πολίν. Είχα να αισθανθώ άγγιγμα ανθρώπου εδώ και περίπου πέντε χρόνια.
Επιτέλους, το μπλέ Μίνι Κούπερ ξεπρόβαλλε στο απέναντι οδικό ρεύμα. Την στιγμή που ετοιμαζόμουν να βγάλω τα κλειδία από την τσέπη του παλτό, ακούστηκε ένας υπόκοφος ήχος και δύο από τις τέσσερις σακούλες σκίστηκαν στα δύο.
Merde! Αν είναι δυνατόν σήμερα!”
Αγανακτισμένη ακούμπησα στο καπό του αυτοκινήτου τις υπόλοιπες τσάντες και άρχισα να μαζεύω όλα όσα είχαν ξεχυθεί στο πεζοδρόμιο. Τα γάντια μου ήταν εκείνα που με είχαν εμποδίσει και αποφάσισα για λίγο να τα αφήσω κι αυτά μαζί με τις σακούλες ώστε να μαζέψω πιο γρήγορα τον χείμαρρο από χριστουγεννιάτικες λιχουδιές.
Καλύτερα να σε βοηθήσω.”
Η φωνή του ήταν ήρεμη και βαριά. Δεν πρόλαβα να τον σταματήσω και τη στιγμή που το χέρι του άγγιξε το δικό μου, ένα δυνατό κύμα ηλεκτρισμού διαπέρασε τις άκρες των δαχτύλων μου και έστειλε έναν οξύ πόνο στην καρδιά μου. Σχεδόν τινάχτηκα από δίπλα του, με αποτέλεσμα να πέσω προς τα πίσω και να χτυπήσω δυνατά το κεφάλι μου στη δεξιά πόρτα του Μίνι Κούπερ μου.
Είσαι καλά;”
Ο άγνωστος έσπευσε να με σηκώσει, μα τον πρόλαβα και του ένευσα να παραμείνει μακρυά μου.
Είμαι...είμαι καλά. Απλώς... μη... μη με πλησιάσεις άλλο. Μη με αγγίξεις ξανά, σε παρακαλώ.”
Όσο ηλίθια και να ακούστηκα ο άγνωστος χαμογέλασε άβολα και χωρίς να πει κουβέντα έφυγε αργά προς την αντίθετη μεριά.
Τρελαμένη από φόβο και αμηχανία, μάζεψα όσα πράγματα είχαν μείνει και με απότομες κινήσεις έβαλα τη μηχανή μπροστά και πήρα το δρόμο του γυρισμού.



Το έβδομο Αγοντισεμόν του Παρισιού βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης και ήταν το αγαπημένο της αδερφής μου-- ο λόγος που διάλεξε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Αφού βρήκε δουλειά σε μια ανερχόμενη μπουτίκ κάποιας Βερονίκ Ντυπόν, ο θείος Αντουάν συμφώνησε με τον ιδιοκτήτη (και πρώην φωτογράφου γυμνού) μιας μπαρόκ πολυκατοικίας να την αφήσει να νοικιάσει ένα από τα διαμερίσματα του προτελευταίου ορόφου σε τιμή δύο φορές μειωμένη από την αρχική. Ο Αντουάν πάντα είχε αδυναμία στην Πολίν μιας και όντας καλλιτέχνης και άτεκνος, στο πρόσωπό της είχε βρει τόσο την κόρη που θα ήθελε όσο και την ιδανική του μούσα. Αρτιστίκ, έξυπνη και με έρωτα για κάθε τι που είχε σχέση με τις τέχνες, πολλές φορές είχε ποζάρει σε διάφορους φωτογράφους είτε για ζωγραφική πορτραίτου είτε σαν ημίγυμνο μοντέλο. Κάποτε είχε ποζάρει ολόγυμνη μαζί με μια άλλη κοπέλα μπροστά σε έναν ηλικωμένο φωτογράφο ώστε να συμμετάσχει στην παγκόσμια ημέρα ισότητας των φύλων και των διάφορων σεξουαλικών ταυτότήτων. Ο Αντουάν το βρήκε ευφυέστατο ενώ οι γονείς μας την κλείδωσαν στο δωμάτιο της. Την επόμενη μέρα η Πολίν είχε καταφέρει να περάσει στο μπαλκόνι της ηλικιωμένης και βαρύκοης Μαντάμ Μπαμπινό και από τότε δεν έχει πατήσει ξανά στο πατρικό μας. Παρόλα αυτά, κάθε χρόνο στέλνει χριστουγεννιάτικες κάρτες και τηλεφωνεί για ευχές του νέου έτους.
Όταν την είχα ρωτήσει τον λόγο που πόζαρε γυμνή για μία και μοναδική φορά μου απάντησε ότι απλά ήθελε να νιώσει “αυτή την ανεξαρτησία και αυτή την ελευθερία, που δεν νιώθεις όταν φοράς ότι σου έχουν υποδείξει να φοράς”. Ωστόσο, όλα αυτά συνέβησαν εφτά χρόνια πριν και σε αυτό το χρονικό διάστημα η Πολίν αποφάσισε να ασχοληθεί με το σχέδιο μόδας και να δημιουργήσει και εκείνη ρούχα που θα αναδίκνυαν “την ανάγκη για αυτονομία και απεξαρτητοποίηση από σύγχρονα κοινωνικά και φυλετικά πρότυπα”, όπως επαναλάμβανε συχνά πυκνά προς υπεράσπιση της επιλογής της.
Μου άρεσε η αδερφή μου. Ήταν ετυμόλογη και δυναμική-- ένα απίστευτο συνονθυλευμα ευαισθησίας και αυτοπεποίθησης, ανωριμότητας και ωριμότητας. Ενσάρκωνε όλα όσα δεν θα μπορούσα να ήμουν ποτέ. Σε αντίθεση με την Πολίν, από μικρή ήμουν κλειστός και δύσκολος χαρακτήρας. Δεν άντεχα να με αγγίζουν και να με χαϊδεύουν. Αν και έπρεπε να φτάσω στα δεκαέξι για να καταλάβω μια και καλή τον λόγο, πάντα μέσα μου αισθανόμουν παρείσακτη. Αισθανόμουν πόσο διαφορετική ήμουν σε σχέση με τα άλλα παιδιά. Τον μόνο άνθρωπο που άφηνα να με αγγίζει ήταν ή αδερφή μου. Για έναν ανεξήγητο λόγο όποτε με αγκάλιαζε αισθανόμουν μια ζέστη στην κοιλιά μου, μια ζέστη που με πλημμύριζε και απλωνόταν ως τις παρυφές των δαχτύλων μου. Μια ζέστη που μου θύμιζε ηλιαχτίδες σε καλοκαιρινό ουρανό.
Δυστυχώς, όσο συνηδητοποιούσα ότι δεν μπορούσα να δεθώ με παιδιά της ηλικίας μου, άλλο τόσο οι γονείς μου φανταζόνταν ότι το παιδί τους είχε ένα υπερφυσικό πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί μέσω συνεχών προσευχών και επισκέψεων από τον παπά της τοπικής εκκλησίας. Όλα αυτά ξεκίνησαν δυο μέρες αφού εκμυστηριεύτηκα στην μητέρα μου, έπειτα από έναν μεγάλο τσακωμό, ότι δεν βλέπω τους ανθρώπους όπως εκείνη και ο μπαμπάς.
Τους βλέπω με χρώματα.”
Τι εννοείς χρώματα;”
Να, εσύ συνέχεια έισαι ένα καφέ-μώβ, ο μπαμπάς ένα γκρι και η Πολίν είναι πάντα ένα λαμπερό πορτακαλί. Έτσι ξέρω πως θα γίνει πολύ σπουδαία όταν μεγαλώσει.”
Κάθε άλλος γονιός θα ξεχνούσε το παρραλήρημα της εννιάχρονης κόρης του, όμως οι γονείς μου όντας μέλη της αυστηρής Προτεσταντικής Κοινότητας “Αδελφολσύνη” και όντας παθιασμένοι με την καταπάτηση του πνεύματος του κακού σε όποιες εκφάνσεις παρουσιαζόταν, αποφάσισαν να φέρουν τον τοπικό πάτερ “ειδικό σε θέματα σκοταδισμού του μυαλού και της ψυχής”, ένα απλό συνώνυμο του εξορκισμού όπως θα ανακάλυπτα πολύ σύντομα, ωστέ να εκτελεί στο σπίτι καθημερινές λειτουργίες και προσευχές. Η ειρωνεία ήταν ότι πάντα αυτές περιελάμβαναν είτε έναν ξύλινο σταυρό είτε μπόλικο αγιασμό.
Είχα κλείσει τα εννιά εκείνη τη βδομάδα και θυμόμουν χαρακτηριστικά το χλωμό πρόσωπό του πάτερ Τζοβάνι να με παρακολουθεί με απύηδυση και ένα μίσος που ποτέ άλλωστε δεν είχα νιώσει.
Τρομοκρατημένη φώναξα το πρώτο χρώμα που είδα στα μάτια μου και έτρεξα στο δωμάτιο μου. Ωστόσο, ο πατέρας μου στεκόταν δίπλα από την πόρτα και χαμογελώντας έτεινε το χέρι του στην ανύρπακτη κλειδαριά. Ήμουν στο έλεος του χλωμού και γερασμένου πάτερ Τζοβάνι με το μαύρο, πηχτό χρώμα να τον περικυκλώνει και να βγαίνει από μέσα του.
Φρέναρα απότομα εξώ από τον αριθμό 3 της Γου ντε Μπαμπιλόν. Η αδερφή μου περίμενε στο μικρό μπαλκόνι μας με θέα τον θαυμαστό Πύργο του Άϊφελ και μόλις με είδα φώναξε δυνατά.
Άργησες ma mer! Άντε επιτέλους, σε λίγο θα έρθω ο Ζακ και η Λιντί-- πως θα κάνουν τις σπεσιαλιτέ τους αν λείπουν τα υλικά;”
Μόρφασα στη αδιακρισία της αδερφής μου. Θα μπορούσε κάλλιστα να μου τα πει όλα αυτά μέσα στο διαμέρισμα όχι από ύψος διακοσίων μέτρων.
Παραφόρτωσα τις εναπομείναντες σακούλες και άνοιξα την πόρτα που οδηγούσε στο φουαγιέ του ισογείου. Ο Μονσιέ Κολμπέ μου χαμογέλασε και πρότεινε να με βοηθήσει με τις σακούλες.
Σας ευχαριστώ πολύ αλλά θα τα καταφέρω.”
Μα πως μπορείτε να τις ανεβάσετε μόνη σας; Μισό λεπτό να φωνάξω τον νέο βοηθό μου. Ζανβιέ! Ζανβιε! Πάρε τις σακούλες από τα χέρια της μαντμαζέλ ΝτεΖαγντάν! Vite, vite! Δεν πληρώνεσαι για να κάθεσαι! Γρήγορα!”
Ο άγνωστος Ζανβιέ ήρθε μετά από λίγα δευτερόλεπτα και παρά τα παράπονα μου, σήκωσε και τις δύο τσάντες στα χέρια του.
Κάλεσα το ασανσέρ και μπήκαμε και οι δύο με προορισμό τον έβδομο όροφο.
Μαντμαζέλ, δεν χρειάζετε να κουβαλήσετε κάτι εσείς. Μην στεναχωριέστε είμαι και για αυτό εδώ. Το ονόμα μου είναι Ζανβιέ Λαβίν. Θα ήθελα να σας συστηθώ κανονικά αλλά τα χέρια μου είναι λίγο απασχολημένα αυτή τη στιγμή.”
Χαμογέλασε, ένα χαμόγελο πραγματικά ζεστό, και τότε παρατήρησα τα καταγάλανα μάτια του που πλαισιώνονταν από ξανθές τούφες. Γύρω από το κεφάλι του μια ασημένια λάμψη ολοένα και δυνάμωνε-- μια λάμψη που προσπαθούσα να ξεχάσω ότι μπορούσα να την αναγνωρίσω. Ήταν λαμπερός και πανέμορφος.
Συνεσταλμένα του απάντησα ένα “εντάξει” και νιώθοντας άβολα κοίταξα από την αντίθετη πλευρά, προς την κατάμαυρη πόρτα με τα σχέδια γοτθικών λουλουδιών και κλαδιών. Αυτός ο ανελκυστήρας μου θύμιζε πάντα μια όμορφη και ονειρική φυλακή.
Έχετε πολύ όμορφο επώνυμο πάντως, δεσποινίς. Αν επιτρέπεται πως σας λένε;”
Εκείνη τη στιγμή τον κοίταξα απότομα και αισθάνθηκα έναν γλυκό πόνο στη καρδιά μου-- λες και κάποιος την πίεζε ελαφρά.
Το αφοπλιστικό του χαμόγελο με παρότρυνε να απαντήσω και πραγματικά θα φαινόταν αρκετά άκακος (ίσως εγώ ήμουν η παρανοϊκή) αν δεν παρατηρούσα ότι αυτό το υπέροχο ασημένιο πέπλο που τον πλαισίωνε είχε μετατραπεί σε μαστίγια από μωβ χρώμα-- μαστίγια που χτυπόυσαν τον αέρα γύρω μας και ούρλιαζαν άηχα. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και κατάπια το σάλιο μου-- τέτοιο μωβ είχα να δω χρόνια τώρα.
Προσπαθώντας να κρύψω τον τρόμο που είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά μου στράφηκα απότομα προς την σιδερένια πόρτα και ανέμενα τον δικό μου όροφο.
Νούμερο πέντε, νούμερο έξι...
Είστε καλά; Σαν κάτι να είδατε ξαφνικά; Είπα κάτι που σας πείραξε;”
Στράφηκα άθελα μου προς τον Ζανβιέ και σαν από θαύμα, αυτό το σκούρο και πηχτό μωβ είχε εξαφανιστεί-- δεν υπήρχε τίποτα γύρω του. Ούτε το ασημένιο στεφάνι, ούτε το μωβ πέπλο.
Ε, καλά, μια χαρά. Απλά κουρασμένη. Οπ, έφτασα. Σας ευχαριστώ πολύ. Θα τα πάρω εγώ από εδω.”
Μα ένα λεπτό να σας βοηθ--”
Όχι, όχι δεν χρειάζεται. Θα φωνάξω την αδερφή μου. Καλή σας μέρα και καλά χριστούγεννα.”
Ο Ζανβιέ παρέδωσε τα ψώνια στα χέρια μου και κοιτάζοντας με ηττημένα πάτησε το κουμπί για το ισόγειο. Η σιδερένια πόρτα έκλεισε και μόλις κατέβηκε ένιωσα τον κόμπο στον λαιμό μου να διαλύεται και μια αίσθηση ηρεμίας να επανέρχεται μέσα μου.

Η Πολίν άνοιξε την πόρτα στον τρίτο χτύπο.
Αχ! Συγνώμη ma chérie, έλα να σε βοηθήσω καημενούλα μου. Μα καλά δεν έπρεπε να σε αφήσω μόνη σου. Φέρθηκα εγωιστικά.”
Έλα, δεν πειράζει. Πάλι καλά που έφτασα.”
Προσπάθησα να χαμογελάσω αλλά της Πολίν δεν της ξέφευγε τίποτα.
Τι τρέχει ma mer; Δεν είσαι καλά, έχεις χλωμιάσει!”
Αφού με κάθησε στον μπεζ καναπέ, έτρεξε απέναντι στο μπαρ και μου έβαλε ένα τζιν τόνικ.
Αυτό θα σε ηρεμήσει. Τι έγινε, θα μου πεις;”
Κατάπια λίγες γουλιές από το άγευστο ποτό και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην την ανυσηχήσω.
Τίποτα βρε. Απλά να, μου σκίστηκαν δυο σακούλες και κουράστηκα να τα φέρω ως εδώ.”
Ο Ζανβιέ δεν σε βοήθησε; Είναι συμπαθέστατος και ευγενικός. Και ωραίος!”
Στο άκουσμα του ονόματος του κοίταξα το πάτωμα και δεν απάντησα.
Αν δεν μου απαντήσεις υπόσχομαι ότι θα σε ρωτάω κάθε μέρα μέχρι να μου πεις. Ξέρεις πόσο επίμονη μπορώ να γίνω.”
Η Πολίν ήταν όντως υπερβολικά επίμονη. Στο παρελθόν μπορεί και να μην μιλούσε στους γονείς μας για έναν ολόκληρο χρόνο επειδή απλά δεν την άφησαν να παρακολουθήσει τη συναυλία μιας γκράντζ μπάντας στην άλλη άκρη της Γαλλίας. Όμως όσο παράλογη ήταν, άλλο τόσο λογική ήταν. Ζούσε σε δυο άκρα και δεν ξέρω πως, μα πάντα κατάφερνε τέλεια ισορροπία.
Κοίτα, όλα είναι καλά. Δεν θέλω να σε ανησυχώ για χαζά.”
Η Πολίν ξεφύσηξε και πήρε τα χέρια μου στα δικά της. Με ένα βλέμμα πραγματικά διαπεραστικό μάντεψε ολόσωστα τον λόγο ανησυχίας μου.
Επέστρεψαν έτσι; Τα χρώματα σου;”
Η σιωπή μου αποτέλσε τη μοναδική καταφάτικη απάντηση που χρειαζόταν.
Ma mer, στο έχω πει. Οι γονείς μας τόσα χρόνια σε έκαναν να μισείς τον εαυτό σου και να νομίζεις ότι σε έχουν κυριεύσει δαίμονες. Αυτά που πέρασες σε αυτό το κωλόσπιτο όχι απλά αγγίζουν τα όρια της φαντασίας, αλλά την ξεπερνάνε. Στη θέση σου θα είχα χάσει τα λογικά μου. Γιατί γελάς; Επειδή απλά βγάζω περισσότερο δυναμισμό από εσένα; Πίστεψε με, εσύ είσαι η ηρωίδα της υπόθεσης όχι εγώ. Εγώ με το που έκλεισα τα δεκαοχτώ και έπειτα από εκείνη τη γυμνή φωτογράφιση -θυμάσαι;- το έβαλα στα πόδια. Ήμουν τόσο εγωίστρια τότε και φοβισμένη-- δεν είχα το θάρρος να σε πάρω μαζί μου. Τώρα που βγήκες από αυτή τη κλινική και είσαι πια νόμιμα ενήλικας, καιρός να καταλάβεις ότι αυτό που έχεις είναι χάρισμα, όχι κατάρα.”
Σταμάτησε και ήπιε λίγο από το ποτό μου.
Αισθάνθηκα τα χέρια της να σφίγγουν τα δικά μου και αυτή η υπέροχη πορτοκαλι λάμψη ξεχύθηκε γύρω της.
Αφέσου επιτέλους. Ξέχασε όλα όσα σε έκαναν να πιστέψεις. Είσαι ξεχωριστή και ιδιαίτερη. Ζήστο, νιώστο.”
Ο ενθουσιασμός και η τόση αγάπη της μονομιάς μεταφέρθηκαν μέσα από τα δάχτυλα μου σε όλο μου το σώμα. Το καταπληκτικό πορτοκαλί πλέον ξεχείλιζε από το σώμα της αδερφής μου-- οι ζεστές αυτές αχτίδες αγκάλιαζαν την φιγούρα της και αγκάλιαζαν και την δική μου. Ήταν λες και το κέντρο του σύμπαντος βρισκόταν δίπλα μου. Ο ήλιος της έλαμπε, έλαμπε τόσο πολύ που ορκίστηκα ότι θα μπορούσα να άφηνα την τελευταία μου πνοή εκεί, στα χέρια της, μιας και θα ήμουν απόλυτα ευτυχισμένη να ξεψυχήσω με ένα τόσο πλούσιο φως μπροστά στα μάτια μου.
Εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή που αφέθηκα, ένιωσα λες και γνώριζα τα πάντα. Λες και το φεγγάρι και τα αστέρια έλαμπαν μόνο για μένα, λες και το Παρίσι σήμερα ήταν φωτεινό μόνο για μένα. Πως αλλιώς θα μπορούσα να περιγράψω την αίσθηση αυτή; Την αίσθηση του να αφήνεσαι στα χρώματα, σε αυτόν τον καμβά από χιλιάδες αποχρώσεις; Αισθανόμουν λες και η καρδιά όλου του κόσμου χτυπούσε μέσα μου. Μπορούσα να αισθανθώ την γαλάζια αύρα του Μονσιέ Μπελαμί στο διπλανό διαμέρισμα, την χρυσή ενέργεια της Μαντάμ Μπλανσέτ στο πρώτο διαμέρισμα, ακόμα και την ασημένια αύρα του Ζανβιέ, που πριν λίγο είχε μετατραπεί σε ένα σκοτεινό μωβ. Ήμουν σε απόλυτη αρμονία με το μυαλό και την ψυχή μου και όλα αυτά, απλά και μόνο γιατί αφέθηκα στον δικό μου καμβά.
Ma petite sœur, μπορείς να το κάνεις αργότερα ε; Κοίτα με σου μιλάω, σε λίγο θα έρθουν τα παιδιά!”
Η φωνή της Πολίν με ξύπνησε από την πολύχρωμη έκσταση μου και χαμογέλασα αυθόρμητα. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εκείνη.
Σηκώθηκα αργά και προχώρησα προς την κουζίνα. Η δυνατή μυρωδιά της γέμισης της γαλοπούλας και παράλληλα του κόκκινου κρασιού που είχε ανοίξει για να δοκιμάσω, ήταν μεθυστικές και μου θύμησαν πόσο είχα παραμερήσει το στομάχι μου τις τελευταίες ώρες. Ανυπομονούσα πώς και πως να δοκιμάσω τα σπιτικά εδέσματα της Πολίν.
Φανερά χαρούμενη, αποφάσισα να μοιραστώ με την Πολίν την τελευταία σκέψη μου.
Πολίν, τώρα που τέλιωσε η ιστορία με το Σεν-Ζοζέφ, σκεφτόμουν να εγγραφώ σε κάποιο κολλέγιο και να παρακολουθήσω μαθήματα συγγραφής.”
Το πρόσωπο της αδερφής μου φωτίστηκε φανερά και γέλασε δυνατά.
Αχ, φυσικά! Εσύ συγγραφέας, εγώ σχεδιάστρια. Μα αλήθεια θα είμαστε une équipe de rêve, μια ονειρική ομάδα!”
Χαμογέλασα και της απάντησα ότι παράλληλα σκέφτομουν σπουδές στη Γαλλική Φιλολογία.
Oh mon dieu, θα έχω έναν δεύτερο Hugo ή έναν Camus στο σπίτι; Βασικά αυτοί σπούδασαν γαλλική φιλολογία ή φιλοσοφία; Μη μου βάζεις δύσκολα!”
Τα δυνατά γέλια μας διακόπηκαν από ένα απότομο κουδούνισμα. Το τηλέφωνο του σπιτιού καλούσε και κοιταχτήκαμε ταυτόχρονα με την αδερφή μου.
Σε ποιον έχεις δώσει τον αριθμό;”
Σε κανένα βρε, όλοι έχουν του κινητού μου. Είπαμε να μην δώσουμε το αριθμό του σπιτιού σε κανέναν.”
Ξαφνικά φαντάστηκα το χειρότερο και συνοφρυώθηκα. Απομακρύνθηκα από το μέρος που χτυπούσε το τηλέφωνο και άφησα την αδερφή μου να το σηκώσει.
Bonjour! Qui est-ce? Qui?”
Η φωνή της Πολίν ίσα που ακούστηκε και ένιωσα την πορτοκαλί της αύρα να συρρικνώνενται ώσπου να γίνεται μια κουκκίδα μέσα σε ένα χάος από σκούρο καφέ.
Μπορούσα να νιώσω νερό αγιασμού να ραντίζεται πάνω μου και προσευχές απόκρυφες να γεμίζουν τα αυτιά μου. Πριν κλείσει το τηλέφωνο ήξερα ακριβώς ποιος είχε τηλεφωνίσει.
Οσεάν.. Notre père... Έρχεται τώρα.”
Ο πατέρας μας. Εκείνος που μου κατέστρεψε την ζωή. Είχε βρει το διαμέρισμα μας και θα ερχόταν να με πάρει πάλι πίσω στη κλινική. Να με κλειδώσει και να μισήσει χίλιες φορές από την αρχή. Να με πείσει ότι ήμουν ένα ελάττωμα, μια δαιμονισμένη και χαμένη ψυχή, να με ρίξει ξανά στο πηχτό εκείνο χείμμαρο από εφιάλτες και τέρατα.

~A