Saturday, 10 October 2015

Πριν το τέλος - Μινι Κεφάλαιο 1

ΈΛΛΗ
Η  νύχτα ήταν ζεστή παρ’όλα αυτά όταν βγήκα από την είσοδο του ξενοδοχείου ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπό μου. Αυτόματα , τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου. Ήταν πολύ περίεργη αίσθηση του παγωμένου αέρα στα μέσα του καλοκαιριού. Έριξα ακόμη ένα βλέμμα στο ξενοδοχείο. Δεν ήταν αργά και οι ένοικοί του  βρίσκονταν ακόμη στο φουαγιέ. Αναστέναξα και κάθισα στο πεζοδρόμιο. Ήταν δύσκολη  βραδιά απόψε και η μητέρα μου θα αργούσε. Προσπάθησα να επικοινωνήσω με μερικούς φίλους μου, όμως όλοι έλειπαν χιλιόμετρα μακριά. Δίχως να έχω άλλο τρόπο να γυρίσω, αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια.
  Αφού έβγαλα τα αθλητικά μου και τα έβαλα στο σάκο προσπάθησα να μαζέψω θάρρος. Ήξερα ήδη τη διαδρομή, εφόσον κάθε πρωί την ακλουθούσα για να φτάσω στο ξενοδοχείο. Όμως το σκοτάδι έκανε αυτή τη διαδρομή τρομακτική. Βημάτισα αργά και επιφυλακτικά προς την παραλία.
Ο περισσότερος φυσιολογικός κόσμος απέφευγε τέτοιου είδους καταστάσεις, αντιθέτως εγώ έπεφτα με τα μούτρα.
  Έβγαλα μέσα από την τσέπη μου ένα σαραβαλιασμένο φακό και ξεκίνησα. Ενώ τα χέρια μου είναι κολλημένα στα πλευρά μου, το βλέμμα μου από την άλλη τρεμόπαιζε δεξιά και αριστερά. Δε ξέρω τι ακριβώς περίμενα να βγει μέσα από τις σκιές. Ίσως ένας μαύρος λύκος σε μέγεθος αλόγου ή μια πεινασμένη αρκούδα ή ακόμη ένας μανιακός δολοφόνος με μπλε καπέλο και πορτοκαλί σαγιονάρες. Οτιδήποτε και να ήταν αυτό το καλό που του ήθελα να παραμείνει κρυμμένο. Τόση ώρα όση χρειάζομαι για να φτάσω σπίτι.
  Καθώς  περπατάω σα μια ξεμωραμένη νύμφη, με ένα χαλασμένο φακό και με την πικρίλα του βραδινού μου στο στόμα. Απρόσεχτη και ατσούμπαλη καθώς ήμουν μπουρδουκλώνομαι και εξαφανίζομαι κάτω από ένα στρώμα άμμου. Ανακάθομαι και κοιτάζω τα ρούχα μου. Ένα χιλιοφορεμένο σορτσάκι  και μια μπλούζα όπως εκείνες των χίπηδων. Η οποία έδειχνε τέλεια κάτω  από τις ακτίνες του ήλιου με όλα αυτά τα χρώματα. Δυστυχώς μετά από τέτοια πτώση οποιοδήποτε ρούχο θα είχε το μαύρο του το χάλι. Τίναξα όσο πιο καλά μπορούσα τα μαλλιά  και τα ρούχα μου.
  Ετοιμάστηκα να ξεκινήσω και πάλι, όμως αντί για τη γνωστή παραλία βρισκόμουν κάπου αλλού. Ένιωθα σαν τη μικρή Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Για μένα όμως δεν υπήρχαν ούτε μαγεμένα μπισκότα ούτε κάποιο μπουκαλάκι με μαγικό φίλτρο. Έτσι αρκέστηκα στο να συνεχίσω να περπατάω, χωρίς βέβαια να έχω ένα συγκεκριμένο προορισμό.
  Βημάτισα προς την κατεύθυνση του φεγγαριού που τώρα ήταν ολόγιομο. Έχοντας το λοιπόν για οδηγό συνέχισα, κάνοντας παράλληλα αμέτρητες προσπάθειες ώστε να είμαι εμφανίσιμη. Λίγες στιγμές αργότερα τα πόδια μου άγγιξαν κάτι υγρό. Στην αρχή πάγωσα και απομακρύνθηκα μερικά μέτρα.
  Κοιτάω εξεταστικά και ισιώνω τους ώμους μου και προχωράω προς το περίεργο υγρό. Νιώθω ξανά τα πόδια μου να βρέχονται, αλλά αυτή τη φορά δεν τραβιέμαι. Εξάλλου τι είχα να χάσω; Συνεχίζω με αργούς ρυθμούς ως που το νερό φτάνει στα γόνατά μου. Ψαχουλεύω το λαιμό μου για το αγαπημένο μου κολιέ και το σφίγγω στην παλάμη μου. Αυτό μου δίνει θάρρος. Πλέον το νερό βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το στήθος μου. Παγωμένο μουσκεύει μέχρι και τα κόκκαλά μου, παρ’όλα αυτά το αγνοώ. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βυθίζω το κεφάλι μου στο νερό.
  Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι μια λάμψη πάνω από το κεφάλι μου. Ενώ σε τακτά χρονικά διαστήματα μουρμουρητά ερχόντουσαν στα αφτιά μου. Προσπάθησα να κουνηθώ, αλλά ήταν αδύνατο. Έτσι προσπάθησα να φωνάξω για κάποια βοήθεια, όμως ήταν το ίδιο άσκοπο.
Ύστερα από ώρα το φως σβήνει. Ένας άνδρας στέκεται από πάνω μου. Αγγίζει το πρόσωπό μου, τα μαλλιά μου. Τον παρατηρώ, ξανθά μαλλιά στο ύψος των ώμων με διάσπαρτες λευκές τρίχες. Μάτια στο χρώμα του λαζουρίτη εξετάζουν τα πάντα πάνω μου. Αποτραβάει το βλέμμα του και κοιτάει κάτι πέρα από εμένα. Χωρίς να πει συλλαβή ένα ζευγάρι χέρια ανασηκώνουν το κεφάλι μου.
ΆΛΚΗΣ
Βοηθάω τον καθηγητή να τοποθετήσει τη μηχανή αναμετάδοσης στο κορίτσι. Δείχνει μικρότερη από εμένα , θα μπορούσε να είναι γύρω στα δεκαεφτά. Τι να σκεφτόταν άραγε όταν μπήκε στη­ λίμνη της λησμονιάς. Τι θα ήθελε να ξεχάσει; Μήπως απλά ήθελα να αφήσει τη μάγισσα να την πάρει κοντά της; Κανείς δε θα μπορούσε να ξέρει. Ευτυχώς ήμουνα  εκεί κοντά όταν άκουσα τα βογκητά της. Ήταν χλωμή και αδύναμη όταν την έφερα στον καθηγητή.
  Εκείνος τη φροντίζει όσο πιο καλά μπορεί. Είναι δύσκολη περίπτωση εφόσον μπήκε στη λίμνη. Κοιτάζω ξανά το πρόσωπό της. Είναι αρκετά όμορφη μπορώ να πω. Καστανά μαλλιά  ως τη μέση της, μακριές βλεφαρίδες και μάτια σαν κεχριμπάρια. Ήταν ορθάνοιχτα, χωρίς να κοιτάζουν κάτι συγκεκριμένο. Προσπάθησα με τις άκρες του μυαλού μου να αγγίξω το δικό της. Όμως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αυτό έδειχνε πως δεν ήταν  από εδώ, ούτε από κάποια πόλη εδώ κοντά.
«Άλκη φέρε μια κουβέρτα.» η φωνή του καθηγητή διέκοψε το συνειρμό μου. Του έγνεψα καταφατικά και έκανα ότι μου είπε.
«Λοιπόν φρόντισε να είναι ζεστή είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για την ώρα.»
«Τι λέτε θα τα καταφέρει;» ρώτησα ανήσυχος. Τα χείλη του έγιναν μια λεπτή γραμμή και η έκφρασή του έγινε αβέβαιη.
«Δεν είμαι σίγουρος, είναι πολύ νέα και ίσως αυτό να είναι η μοναδική της ελπίδα.» έπιασε τον ώμο μου και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
. . .
Πέρασαν αρκετές μέρες και το κορίτσι δεν έδειχνε κάποια αλλαγή. Όμως δε το βάζαμε κάτω, συνεχίζαμε να επιδιώκουμε να την ξυπνήσουμε. Εκείνο το βράδυ έκατσα ξύπνιος παραπάνω ώρα από ότι ήταν αναγκαίο. Ήμουν έτοιμος να κλείσω το φως όταν μια ανεπαίσθητη κίνηση τράβηξε το βλέμμα μου. Το κορίτσι είχε κουνηθεί. Κάρφωσα το βλέμμα μου στα χέρια της. Τα λεπτά κύλησαν μα τίποτα. Ξεκίνησα να πιστεύω πως ήταν  της φαντασίας μου. Ω έλα μπορείς, σκέφτηκα με πείσμα. Ξεφύσησα απογοητευμένος , όταν ξαφνικά την είδα να κουνιέται πάλι. Αυτή τη φορά πιο έντονα και με μεγαλύτερη διάρκεια. Συγκράτησα μια κραυγή χαράς και έτρεξα να ξυπνήσω τον καθηγητή.


Αν σας άρεσε και θέλετε να διαβάσετε τα υπόλοιπα κεφάλαια πατήστε εδώ