Replace

Tuesday, 13 October 2015

Πριν το τέλος - Μίνι Κεφάλαιο 2

ΈΛΛΗ
  Ήθελα να ουρλιάξω! Για πρώτη φορά μετά από, δε ξέρω και εγώ πόσο καιρό, επιτέλους κατάφερα να νιώσω τα άκρα μου. Φυσικά δεν ήταν κάτι εύκολο όμως όσο πίεζα τον εαυτό μου τόσο πιο πολλά αισθανόμουν. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκα να γυρίσω το κεφάλι μου. Ήταν αρκετά δύσκολο αντί να εγκαταλείψω συνέχισα.
  Αργά, αργά και με αδύναμες κινήσεις ανακάθισα στο κρεβάτι. Το αγόρι που με φρόντιζε και ο περίεργος άνδρας  στέκονταν απέναντί μου. Δε ξέρω τι ακριβώς περίμεναν. Το αγόρι φαινόταν πιο ψηλό από εμένα. Τα μάτια του ήταν καστανά όπως και τα μαλλιά του. Τα χείλη του ήταν γεμάτα και σαρκώδης ενώ το ανάστημά του γεροδεμένο. Δε μπορούσα να προσδιορίσω την ηλικία του, καθώς το πρόσωπό του έδειχνε νεαρό, αλλά κουρασμένο.
   Μείναμε σιωπηλοί αρκετά λεπτά. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στο χώρο. Έκανα μια γκριμάτσα και το άγνωστο αγόρι γούρλωσε τα μάτια του. Κοίταξα το σώμα μου, φορούσα ένα λευκό φουστάνι και ήμουν συνδεμένη με ένα σωρό καλώδια. Έκανα να τα τραβήξω
«Όχι μη τα πειράζεις!» φώναξε ο άνδρας
Ετοιμάστηκα να αναρωτηθώ γιατί, όμως η φωνή δε βγήκε από το λαιμό μου. Τρόμος με κατέκλυσε. Έπιασα το στέρνο  μου βουρκωμένη.
«Μην ανησυχείς, το νερό της λίμνης ευθύνεται. Βλέποντας από την πρόοδό σου, η φωνή σου θα επανέλθει σύντομα.» κοίταξα τα καστανά μάτια του αγοριού παρακαλώντας τον να κάνει κάτι. Δε γινόταν να χάσω τη φωνή μου. Αναστέναξα και έγνεψα προς τα καλώδια, τα οποία ξεκίνησαν να είναι ενοχλητικά.
«Δε μπορείς να τα  βγάλεις. Τουλάχιστον μέχρι να δει ο καθηγητής πως είσαι καλά.» τον αγριοκοίταξα χωρίς φυσικά να μπορώ  να κάνω κάτι. Έκανα μερικές ακόμη γκριμάτσες.
«Αγαπητή δεσποινίς, μου επιτρέπεις;» ρώτησε ο άνδρας καθώς ερχόταν προς το μέρος μου.
Ως απάντηση έγνεψα καταφατικά και τον άφησα να τσεκάρει την κατάστασή μου
ΆΛΚΗΣ
Το κορίτσι, η Έλλη, προσαρμόζεται αρκετά εύκολα. Έχουν περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες και ο οργανισμός της έχει επανέλθει  πλήρως. Φυσικά ακόμη δε μπορεί να μιλήσει, αλλά δεν είναι δύσκολο να την καταλάβει κανείς. Από τότε που ξύπνησε έχει πάρει μερικά κιλά και το χρώμα της έχει ζωηρέψει.
  Τώρα στέκεται και κοιτάζει τις κοιμισμένες λιβελούλες. Από ότι φαίνεται δεν είχε ξανά δει τόσες πολλές και σε τόσα πολλά χρώματα. Αγγίζει μία και ξάφνου ένα σμήνος  ξυπνά και πετάγεται στον αέρα. Κοντοστέκεται και τις χαζεύει, όσο εκείνες κάνουν μερικές άστατες στροφές και εξαφανίζονται στον ορίζοντα. Χαμήλωσε τους ώμους και γύρισε σε εμένα. Της έδωσα ένα ζεστό χαμόγελο.
«Θα ξαναγυρίσουν.» σα μικρό παιδί χτύπησε παλαμάκια και ήρθε κοντά μου. Ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά. Τα μάτια της έλαμπαν κάτω από τις αχτίδες του ήλιου. Στράβωσε τα χείλη της και για ακόμη μια φορά προσπάθησε να μιλήσει, αλλά μάταια.
  Το πρόσωπό της αμέσως σκοτεινιάζει και τα φρύδια της έσμιξα.
« Μην πιέζεις τον εαυτό σου. Σιγά, σιγά όλα θα γίνουν όπως πριν. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο της. Αρχικά ξαφνιάστηκε, δεν είχε συνηθίσει τέτοια οικειότητα. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, έμειναν εκεί για ώρα.
«Άλκη!» η κραυγή του καθηγητή σόκαρε και τους δυο μας. Ερχόταν από το δάσος και αυτό μόνα ένα πράγμα σήμαινε. Ύδρες. Έχοντας ακόμη τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά της λέω επιτακτικά
«Πήγαινε στο σπίτι, κλείδωσε και κρύψου στο κελάρι» η Έλλη αγγίζει για ένα δευτερόλεπτο το μάγουλό μου και φεύγει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και τρέχω προς τα σκοτάδια του δάσους.
ΈΛΛΗ
Πίεζα το σώμα μου να συνεχίσει. Από τότε που ξύπνησα σε αυτό το περίεργο μέρος δεν είχα καμία ιδιαίτερη σωματική άσκηση. Ένιωθα τους μύες μου να τραβιούνται και ύστερα να χαλαρώνουν. Προσφέροντάς μου ένα μεγάλο βήμα κάθε φορά.
  Έφτασα  στην πόρτα λαχανιασμένη. Ο Άλκης και ο καθηγητής  μου είχαν μιλήσει αρκετές φορές για μια τέτοια περίπτωση. Το δάσος ήταν  επικίνδυνο, γεμάτο ύδρες. Τον περισσότερο καιρό ζούσαν στην καρδιά του δάσους. Δυστυχώς υπήρχαν περιπτώσεις σαν και αυτές που οι Ύδρες ήταν πιο ανήσυχες. Αυτά τα πλάσματα με σώμα ανθρώπου , χέρια και πόδια λύκου. Ήταν θανάσιμες  τα δόντια τους πλημμυρισμένα με δηλητήριο και με νύχια πιο κοφτερά από ξυράφι.
  Πρώτα κλείδωσα την πόρτα και ύστερα τα παράθυρα. Έριξα ένα γρήγορο βλέμμα και έτρεξα στο κελάρι όπως ακριβώς μου είπε ο Άλκης. Γονάτισα σε μια γωνία, περιμένοντας όλο αυτό απλά να τελειώσει.
ΆΛΚΗΣ
Όταν έφτασα  ο καθηγητής είχε ρίξει ήδη  τη μία Ύδρα νεκρή και πάλευε με τις άλλες δύο. Το τέρας δεν κατάλαβε πως το πλησίασα έτσι πέτυχα ένα χτύπημα απευθείας στην καρδιά του. Εκείνος κοντοστάθηκε και πήρε μια ανάσα. Ενώ εγώ συνέχισα να μάχομαι με την τελευταία. Ήταν αρκετά ζόρικη και γρήγορη. Όμως ήμασταν δύο και εκείνη μόνη της. Μετά από μερικούς ελιγμούς το άψυχο σώμα της κειτόταν μαζί με των συντρόφων της. Έχοντα το ξίφος ριγμένο παράμερα προσπάθησα να ηρεμίσω τον εαυτό μου.
«Η Έλλη που βρίσκεται;» ρώτησε ο καθηγητής.
«Την έστειλα σπίτι. Της είπα να κρυφτεί στο κελάρι» εκείνος έπιασε τον ώμο μου.
«Σήμερα πάλεψες καλά» ένα χαμόγελο αγαλλίασης απλώθηκε στο πρόσωπό μου. 
. . . 
Ο καθηγητής ψάχνει μία θεραπεία για την κατάσταση της Έλλης. Μετά από τόσο καιρό ήταν αδιανόητο να μην έχει επανέλθει η φωνή της. Τα χρυσαφιά του φρύδια έχουν σμίξει. Είναι φανερό πως έχει μέρες να κοιμηθεί. Εκείνη κοιμάται κουλουριασμένη στον καναπέ. Μπορώ να πω ότι τη ζηλεύω τόσο ήρεμη να ξεκουράζεται. Το κεφάλι μου γυρίζει, τα άκρα μου μουδιάζουν. Κοιτάζω και πάλι τον καθηγητή. Εκνευρισμένος για άγνωστο λόγο κλείνω το βιβλίο που κρατάω με δύναμη. Είναι παλιό και βαρύ το αφήνω στο τραπέζι και πάω να ξαπλώσω.
ΈΛΛΗ
  Στέκομαι μπροστά στη λίμνη. Χαζεύω τα γαλάζια νερά της, παίζοντας ταυτόχρονα με μερικά χόρτα. Πιάνω μια λευκή πέτρα και τη ρίχνω στο νερό. Τίποτα δεν άλλαξε, ήταν σαν να την κατάπιε η λίμνη. Ξεφύσησα θλιμμένη, ενώ πίσω μου ακούστηκαν βήματα. Ήταν εκείνος με το αγγελικό του πρόσωπο να μου χαμογελάει.
«Δε νομίζω να χρειαστεί να σε ξαναβγάλω από εκεί μέσα έτσι;» είπε και με ένα μικρό άλμα κάθισε δίπλα μου. Ως απάντηση κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Ο Άλκης τσίμπησε τη μύτη μου. «Πολύ χαίρομαι. Για πες μου λοιπόν, πήρες κάποια απόφαση;» τον κοίταξα στα μάτια αναλογιζόμενη  τι θα έπρεπε να κάνω. Κατεβάζω το βλέμμα μου. Πως θα μπορούσα να τα παρατήσω όλα. Όσους αγαπώ και με αγαπούν. Όμως τι θα μπορούσα να κάνω; Να ελπίζω πως με ένα μαγικό τρόπο θα γυρίσω πίσω;
   Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν το πιγούνι μου αναγκάζοντάς με να τον κοιτάξω.
«Έλλη σε παρακαλώ θέλεις να μείνεις εδώ.. μαζί μου;» και τότε  τη στιγμή που χανόμουν μέσα στο καστανό των ματιών του, είδα τι με κρατούσε εδώ τόσο καιρό. Ήξερα την απάντηση πολύ καιρό πριν μου τεθεί η ερώτηση.
«Ναι!» κατάφερα να πω. Μείναμε και οι δύο άφωνοι.
«Μιλάς!» αναφώνησε ο Άλκης  και έπιασε το πρόσωπό μου στα χέρια του.
«Μιλάω!» ούρλιαξα και τότε τα χείλη του έπεσαν πάνω στα δικά μου. Σε ένα φιλί γεμάτο συναίσθημα και λαχτάρα. Δε μπορούσα να λυπηθώ για τη ζωή που άφησα.
Ήταν προφανές πως δεν υπήρχε γυρισμός και είναι προφανές πως η ευτυχία μου εμένα βρίσκεται εδώ. 
. . . 
Σε ένα δωμάτιο του γενικού νοσοκομείου βρίσκεται ένα κορίτσι με καστανά μαλλιά. Τα βλέφαρά της κλειστά και η αναπνοή της αργή. Μια γυναίκα, η μητέρα της, στέκεται στο προσκέφαλο της. Δεν έχει φύγει εδώ και μέρες. χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά του κοριτσιού και προσεύχεται.
«Κυρία Δημητρίου»  σηκώνει το βλέμμα της και αντικρίζει το γιατρό. Ενώ ο σύζυγός της στέκεται  λίγο πιο πίσω. Πλησιάζει και την παίρνει αγκαλιά.
«Γλυκιά μου ήρθε η ώρα» εκείνη γνέφει και γέρνει πάνω του. Ο γιατρός κλείνει ένα διακόπτη και η καρδιά του κοριτσιού σταματάει. Η μητέρα πηγαίνει κοντά της.
«Αντίο μικρή μου Έλλη» ψιθυρίζει και τη φιλά στο μέτωπο.