Monday, 15 February 2016

Η Σοφία διάβασε το Μέχρι {τις} τέσσερις του Χάρη Μαύρου

Αφότου πρωτοπήρα το βιβλίο στα χέρια μου είχα δυο επιλογές, είτε να το διαβάσω γρήγορα ώστε να ανακαλύψω την ιδιαίτερη ιστορία του Βίκτορα, της Έλσας, του Θάνου και της Μαρίας είτε να το διαβάσω αργά δίνοντας χρόνο σε κάθε σκηνή να αποτυπωθεί στο μυαλό  μου.
  Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έφτασα και εγώ στην σελίδα 364 η οποία είναι και η τελευταία. Τώρα λοιπόν σαν καλή βιβλιοφάγος λέω να σας πω για ποιο λόγο πρέπει να το διαβάσετε.
Πριν σας πω την άποψή μου ας διαβάσουμε την περίληψη του Μέχρι {τις} τέσσερις

Θεσσαλονίκη, 1993. Μια φθινοπωρινή μέρα του Οκτώβρη, τέσσερις φοιτητές φυσιοθεραπείας, ο Βίκτωρας, η Μαρία, ο Θάνος και η Έλσα, έρχονται πιο κοντά εξαιτίας μιας έντονης κακοκαιρίας. Σε ένα παιχνίδι εξομολογήσεων ξεδιπλώνονται σε βάθος οι κρυφές πτυχές των ζωών τους, με έντονη την πρότερη οικογενειακή παθολογία. Το κοινό αίσθημα της στερημένης παιδικής ηλικίας τούς οδηγεί σε μια πρωτόγνωρη γι’ αυτούς συναισθηματική αλληλεπίδραση, που με τη σειρά της θα εντείνει τη σεξουαλική έλξη. Χωρίς να το έχουν επιδιώξει, βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα ερωτικό κουαρτέτο. Συνάπτουν μια σχέση με τους δικούς της κανόνες και λειτουργίες. Μοιάζει πολύ με την ιδανική σχέση σεβασμού και αφοσίωσης ενός τυπικού ζευγαριού. Η σχέση αυτή διαρκεί περίπου έναν χρόνο, ωστόσο ο δεσμός τους διακόπτεται απότομα. 2012. Οικονομική κρίση, social media, μια ολόκληρη χώρα σε νέους ρυθμούς. Εκείνοι κρυμμένοι σε σκιές συμβάσεων. Ένα συνέδριο φυσιοθεραπείας αυξάνει τις πιθανότητες να ξανασυναντηθούν. Τι θα γίνει όταν το ρολόι δείξει τέσσερις; Το «Μέχρι {τις} τέσσερις» θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο για τη διαφορετικότητα, όμως δεν είναι. Θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο για τη δύναμη του σεξ, όμως δεν είναι. Γιατί αυτό είναι ένα βιβλίο για την αγάπη.



Προσωπική άποψη ίσως και κριτική θα έλεγα...



Γέλιο, πάθος, λύπη, έρωτας, αγάπη είναι μερικές από τις λέξεις κλειδιά της ιστορίας. Κλειδιά που ξεκλειδώνουν τα άδυτα των χαρακτήρων. Γλώσσα ωμή δίνει το ρεαλισμό και την απλότητα του ανθρώπου. Στιγμές πάθους μας κάνουν να αναζητάμε ένα ζεστό χάδι. Εικόνες μαγικές και αληθινές ταυτόχρονα.
  Διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης σοκάρεται. Πολλοί ίσως το αφήσουν από τις πρώτες κιόλας σειρές. Όχι γιατί η γραφή είναι άσχημη ή γιατί οι λέξεις είναι απρόσιτες. Ο λόγος που κάποιοι θα το αφήσουν σε ένα σκονισμένο ράφι, είναι η πραγματικότητα. Βλέπετε έχουμε μάθει πως τα βιβλία σε ταξιδεύουν και σε γλιτώνουν από τον φθόνο και τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου. Και τώρα κρατώντας το βιβλίο στα χέρια μας καθώς διαβάζουμε διστακτικά τις λέξεις αυτές κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας πως είναι πολύ ωμές και κοινές για ένα μυθιστόρημα.
  Προσωπικά το “κοινές” είναι για μένα το κλειδί. Η ιστορία μιλάει για τέσσερις ανθρώπους, ανθρώπους που στην ουσία είναι σαν έμενα και εσάς. Πονούν, μοχθούν, ερωτεύονται ζούνε και παλεύουν όπως εμείς. Ο καθένας με τους δικούς τους προσωπικούς δαίμονες. Η γραφή του Χάρη είναι ζωντανή, δημιουργώντας εικόνες γεμάτες χρώματα και συναισθήματα. Μέσα από τα μαύρα τυπωμένα γράμματα ανακαλύπτουμε μια διαφορετική έννοια για την αγάπη.
Οι χαρακτήρες έχουν πλάστει με αγάπη και υπομονή. Ενώ ο συγγραφέας έχει αφιερώσει χρόνο στις λεπτομέρειες του πως και του γιατί, με αποτέλεσμα να ξεπηδούν μπροστά σου με την χάρη χορευτή. Ο Βίκτορας, η Έλσα, ο Θάνος και Μαρία άνθρωποι ιδιόρρυθμοι, άνθρωποι χαμογελαστοί, ή τουλάχιστον αυτό θέλει ο συγγραφέας να πιστέψουμε μέχρι εκείνη την καθοριστική στιγμή της συνάντησης. Εκεί μαθαίνουμε τι κρύβει ο καθένας από τους τέσσερις πίσω από τις καλοσχηματισμένες μάσκες που φοράνε. Ρίχνοντας λοιπόν αυτά τα προσωπεία βλέπουμε τέσσερις ανθρώπους γυμνούς και ελεύθερους από μυστικά που φύλαγαν ο ένας από τον άλλο.

  Προχωρώντας πιο βαθιά στις ζωές αυτών των τεσσάρων ανθρώπων, οι οποίοι ερωτεύθηκαν και αγαπήθηκαν σαν σαιξπηρικοί εραστές, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους ίδιους φόβους που έχουν εκείνοι. Με εκείνα τα αναπάντητα “γιατί” και τα άγνωστα “αν” καθώς οδεύουν προς στη διάλυση αυτού του ιδιαίτερου δεσμού. Ο αναγνώστης παλεύει μαζί με το Βίκτορα ώστε να γίνει ξανά ολόκληρος. Παράλληλα νιώθει το παραλήρημα της Μαρίας σε μια φαινομενική ουτοπία. Απελπίζεται με τις σκέψεις και τα προβλήματα του Θάνου ενώ την ίδια στιγμή ερωτοτροπεί με την αδιαφορία της Έλσας.
  Φτάνοντας λοιπόν στο τώρα όπου για τους χαρακτήρες μας είναι το έτος 2012, το έτος που σηματοδοτεί την καθοριστική συνάντηση των ηρώων. Είτε από τύχη είτε από καθαρή απελπισία αυτές οι τέσσερις ψυχές γίνονται ξανά μια ολόκληρη. Χτίζουν από την αρχή όνειρα, κόβουν παλιά και ψυχοφθόρα δεσμά και αγωνίζονται για το τώρα το δικό τους τώρα όπως το έχουνε ονειρευτεί τότε.
  Η οικογένεια θεσμός δυνατός, θεσμός επίπονος παρελαύνει στις ζωές και τον τεσσάρων ταρακουνώντας σκέψεις και δημιουργώντας αμφιβολίες. Μια μάνα χαμένη στην άνοια, ένας πατέρας στην άρνηση. Γονείς απόντες και τέλος μια άλλη μάνα πιο δυνατή και από βράχο στη μέση του κυκλώνα. Μέσα από όλα αυτά τα κύματα και τα διλήμματα περνούν οι ήρωές μας

Και έτσι φτάνουμε στο τέλος, με αυτούς τους τέσσερις ανθρώπους ένα τέλος γλυκόπικρο, ένα τέλος γεμάτο συναίσθημα. Γεμάτο αγάπη, γιατί ας μην ξεχνάμε πως το Μέχρι {τις} τέσσερις είναι ένα βιβλίο για την αγάπη.



(Κείμενο Σοφία Σ.)