Friday, 3 June 2016

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ", ΕΠΙΛΟΓΟΣ


ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ
"ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ"


ΕΠΙΛΟΓΟΣ




ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΥΛΗ ΤΟΥ ΠΕΡΜΙΑΚΑΦ, ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ


“Κάηκε ολοσχερώς. Είναι αδύνατον να πούμε πόσοι βρίσκονταν μέσα. Η φωτιά δεν άφησε τίποτα πίσω.”
“Πως γίνεται να μην πρόσεξε ούτε ένας ότι μια τέτοια έπαυλη, ακριβώς δίπλα από το δάσος, καιγόταν εδώ και μια μέρα;”
“Υπαστυνόμε, δεν θέλετε να κάνετε πολλές ερωτήσεις όταν μπλέκονται δυνάμεις μεγαλύτερες από εμάς. Αφήστε το έτσι.”
Ο Υπαστυνόμος Άλφρεντ Μπάρνα έκανε νόημα στον Υπαστυνόμο Φόντορ που παρακολουθούσε την σκηνή, να προχωρήσει λίγα βήματα μακριά από τον όχλο.
“Πηγές μεταφέρουν ότι πρόκειται για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ο Βλαντίμιρ Περμιάκαφ, μεγάλο όνομα της Ρωσικής μαφίας, περίμενε δύο πρώην δολοφόνους του. Δεν μπορέσαμε να βρούμε τα ονόματα ή τις φωτογραφίες τους – το μόνο που ξέρουμε είναι ότι διατηρόυν χαμηλό προφίλ τα τελευταία πέντε χρόνια. Προφανώς και κάτι στράβωσε. Είσαι καινούργιος εδώ Άλφρεντ, αλλά πρέπει να μάθεις, μπροστά σε τέτοια μπλεξίματα, η αστυνομία κοιτάει αλλού.”
Ο Υπαστυνόμος Μπάρνα συμφώνησε αυτόματα. Έσφιξε στο χέρι του, την κόκκινη περούκα που είχε γλιτώσει από τις φλόγες-- την περούκα που τυχαία είχε βρει πεταμένη, έξω από τις πύλες της έπαυλης. Ήταν βρώμική και λασπωμένη. Σκεφτόταν να την παραδώσει στο εργαστήριο, μήπως και σώθηκε κάποιο ίχνος γενετικού υιλικού. Το εσωτερικό της περούκας ήταν υπερβολικά ξηρό, αλλά όταν το είχε τρίψει σκούρα κόκκινα ίχνη εμφανίστηκαν στα δάχτυλα του.
Προς στιγμήν, την ασφάλισε σε έναν πλαστικό σακουλάκι και αποφάσισε με τον Υπαστυνόμο Φόντορ να περάσουν το σαββατοκύριακο, μαζί με τις συζύγους τους, σε ένα ελεύθερο καμπινγκ, στα όρια του δάσους Τζέμενκ.
Και οι δύο συζυτούσαν για την επερχόμενη εκδρομή. Ήταν τόσο απορροφημένοι που κανείς τους δεν πρόσεξε την χειροβομβίδα που σταμάτησε πίσω από τα πόδια τους.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η περούκα είχε χαθεί για πάντα σε μια νέα φωτιά, μαζί με περίπου πενήντα άτομα-- αστυνομικούς, δημοσιογράφους και κάποιους άτυχους πολίτες που βρίσκονταν εκεί από περιέργεια.


**

ΒΟΡΕΙΑ ΝΟΡΒΗΓΙΑ, ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ


“Άλβα, ξέχασα την τσάντα της Μαρίνα, χρειάζομαι μερικά λεπτά να ανέβω να την πάρω.”
Με το που άνοιξα την πόρτα, η Μαρίνα άρχισε να με ζητάει και φώναξε να μην την αφήσω μόνη της.
“Μωρό μου, η μαμά πρέπει να πάει πάνω, να πάρει την τσαντούλα σου. Δεν θα μπορέσουμε να πάμε βόλτα, αν δεν έχεις τα πράγματα σου μαζί.”
“Μα-μά, μα-μα-μα..”
Είχε γραπώσει τα χέρια της στο μπουφάν μου και τα όμορφα λαδί μάτια της είχαν θολώσει από δάκρυα. Χάιδεψα τα σπαστά καστανά μαλλάκια της και της υποσχέθηκα ότι δεν θα αργήσω. Η Άλβα την πήρε στην αγκαλιά της και μου έκανε νόημα να φύγω αμέσως.
Ανέβηκα γρήγορα τις σκάλες μέχρι το διαμέρισμα μου-- ο χειμώνας στο Όσλο ήταν υπερβόλικος για εμένα. Αν και ζούσα ήδη δυο χρόνια εδώ, δεν μπορούσα να συνηθίσω αυτές τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες. Παρόλα αυτά, ο χειμώνας θα τελείωνε σύντομα, και αυτό θα σήμαινε περισσότερο φως κάθε μέρα και επιτέλους, όχι απόλυτο μαύρο από νωρίς το μεσημέρι.
Ξεκλείδωσα γρήγορα και έτρεξα προς το δωμάτιο της Μαρίνα. Τα πάντα ήταν σκοτεινά αλλά είχα πολύ καλή νυχτερινή όραση-- κουσούρια της παλιάς ζωής μου, που τώρα ανήκει σε σκονισμένα συρτάρια.
Κρέμασα την τσάντα στον ώμο μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είχα πάρει αρκετά κιλά, τα οποία στη συνέχεια κατάφερα να χάσω. Παρόλα αυτά, τα μάγουλα μου ήταν πιο στρογγυλά σε σχέση με πριν, ενώ τα χείλη μου είχαν φουσκώσει ελαφρά.
Κλείδωσα ξανά την πόρτα και αποφάσισα να κατέβω με το ασανσέρ, μιας και βρισκόταν ήδη στον όροφο μου. Ανέμενα πως και πως να πάμε με την Άλβα στο χειμερινό πάρκο της περιοχής-- η μικρή θα τρελαινόταν σίγουρα με τις ψεύτικες πολικές αρκούδες.
Το ασανσέρ κινούνταν κανονικά, ώσπου σταμάτησε δύο ορόφους πριν το ισόγειο. Δεν πρόσεξα ποιος μπήκε μιας και αισθάνθηκα πως κάτι είχα ξεχάσει.
“Συγγνώμη, σας πειράζει να πάω πάλι στον όροφο μου; Μάλλον έπεσαν κάπου τα κλειδιά μου. Βιάζομαι, η κόρη μου είναι κάτω και--”
“Φυσικά, κανένα πρόβλημα.”
Ο άγνωστος άντρας πάτησε το κουμπί και έφτασα αγχωμένη έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Μα καλά, αφού κλείδωσα με αυτά, που στο καλό τα είχα βάλει; Δεν γίνεται να μην βρίσκονταν μέσα στη τσάντα-- ήξερα ότι δεν μου είχαν πέσει. Πως θα μπορούσαν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;
Έψαχνα με τα μάτια μου το πάτωμα, το εξέταζα ξανά και ξανά, μα αδυνατούσα να τα εντοπίσω. Έβγαλα όλα τα αντικείμενα της τσάντας, ένα-ένα, και ένοιωσα με τα χέρια μου κάθε τσέπη της. Οι κινήσεις μου έμοιαζαν γρήγορες και εμμονικές, λες και είχα χάσει το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου.
Μα αλήθεια, είχα χάσει τα κλειδιά του σπιτιού που εγώ και η κόρη μου μέναμε, δεν ήταν λόγος να ανησυχώ; Και τα είχα χάσει μέσα σε δευτερόλεπτα και χωρίς να το καταλάβω.
Όση ώρα έψαχνα σκυμμένη πάνω από το πάτωμα, ο άγνωστος στο ασανσέρ με παρακολουθούσε αμίλητος. Παρατήρησα τα μάυρα παππούτσια του και τότε συνειδητοποίησα κάτι που θα έπρεπε να το είχα κάνει από την πρώτη στιγμή.
Πως γνώριζε τον όροφο που μένω; Όταν ζήτησα να ανέβουμε στον όροφο μου, συμφώνησε και πάτησε αμέσως το νούμερο πέντε-- πως γνώριζε που έμενα; Ένοιωθα τους μύες μου να τεντώνονται και για πρώτη φορά στη ζωή μου, φοβήθηκα ότι κάποιος θα με είχε βρει, θα είχε βρει εμένα και την κόρη μου με σκοπό να μας βγάλει από την μέση. Μπορεί να ήταν άτομα του Περμιάκαφ, ή ακόμα και του Αντριέι. Αν δεν είχε ανατινάξει ο Κριστόφ τον στόλο αστυνομικών τότε, έξω από την έπαυλη, θα είχαν βρει το γενετικό μου υλικό στη περούκα και η Μαρίνα θα έμενε χωρίς μητέρα. Θα με άφηναν να την γεννήσω στη φυλακή και θα μου έπαιρναν μακριά μου το πλάσμα που έφερα στη ζωή, το πλάσμα που αγάπησα από την πρώτη στιγμή που κατάλαβα ότι ήμουν έγγυος.
Κάποιος μας θέλει νεκρές και αυτός ο κάποιος βρισκόταν απέναντι μου τόση ώρα και με παρακολουθούσε σιωπηλά.
“Πέντε λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα. Έγινες γριά.”
Η φωνή του ήχησε στον διάδρομο και σηκώθηκα απότομα. Μετά από δύο χρόνια τον έβλεπα ξανά, μετά από δύο χρόνια άκουγα ξανά αυτή την τόσο ζεστή φωνή.
“Σου άρπαξα τα κλειδιά με το που μπήκα στο ασανσέρ. Δεν το κατάλαβες καν. Σου πάτησα τον όροφο που έμενες. Έκανες πέντε λεπτά να καταλάβεις ότι κάτι τρέχει με εμένα. Έτσι προστατεύεις την κόρη μας;”
Ο Κριστόφ, ο πατέρας της κόρης μου, ο άντρας που με είχε αφήσει μετά από εκείνη τη νύχτα στου Περμιάκαφ, που με είχε αφήσει ώστε να βρει τον αδερφό του και παράλληλα να σκεφτεί πραγματικά τα συναισθήματα του για εμένα και αν θα μπορούσε ποτέ να με συγχωρήσει για τα ψέμματα μου-- ο Κριστόφ που με παράτησε μόνη εννιά μήνες που κυοφορούσα την Μαρίνα, εννιά μήνες που κάθε μέρα κατηγορούσα τον εαυτό μου σε σημείο να θέλω να αυτοκτονήσω, ο άνδρας που είχα ερωτευτεί και αγαπήσει όσο κανέναν άλλον στην ζωή μου, ο μονάδικος άνθρωπος που είχα δοθεί και θα το έκανα ξανά –άσχετα από την κατάληξη μας-- αυτός ο άνδρας με αντίκρυζε τώρα, φορώντας πάντα εκείνο το χαρακτηριστικό υπεροπτικό χαμόγελο του και φαινόμενος τόσο αγέρωχος μπροστά μου. Με αντίκρυζε ξανά και όσα συναισθήματα είχα κρύψει τόσο καλά μέσα μου, εδώ και τόσο καιρό, πλημμύρισαν μονομιάς την καρδιά και το σώμα μου.
“Έλειπες τόσο καιρό. Έλειπες από εμένα... από την κόρη σου. Έλειπες από το ίδιο σου το παιδί. Και έρχεσαι εδώ τόσο χαλαρός και μου λες μέσα στα μούτρα μου ότι πάλι με έπαιξες;”
Σοβάρεψε αμέσως και απάντησε αυτόματα:
“Ποιος έχει πάιξει ποιον όσα χρόνια σε ξέρω; Ή μάλλον, ποιος έπαιξε καλύτερα ποιον;”
Αυτό με αποστόμωσε. Γύρισα το πρόσωπό μου από την άλλη πλευρά και αποφάσισα να μαζέψω τα πάντα και να τρέξω από τις σκάλες. Να ξεφύγω από όλο αυτό, αισθανόμουν απίστευτα άβολα και δεν ήθελα να τον αντιμετωπίσω.
Με το που έκανα κίνηση να χρησιμοποιήσω τα σκαλιά, έπιασε το χέρι μου και με ανάγκασε να τον κοιτάξω. Από το βλέμμα του, κατάλαβε ότι δεν θα με άφηνε να ξεφύγω και όταν είδε ότι παρέμενα χωρίς να αντιδράσω, ηρέμησε το κράτημα του.
“Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε κάνω να νιώσεις τόσο άσχημα. Δεν το εννοούσα.”
“Πες μου τι θες, η Μαρίνα με περιμένει.”
“Αυτό το όνομα της έδωσες; Είναι όμορφο... Από το γράμμα που ξεκινάει και το δικό σου.”
“Ναι, είναι εύηχο και ιδιαίτερο.”
“Σαν και εσένα.”
Το πρόσωπό του μαλάκωσε και έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει ώστε να τον μιμηθώ, αλλά παρέμεινα άκαμπτη και απόμακρη.
“Τα χρήματα που έβαζα στον λογαριασμό σου, τα έχεις χρησιμοποιήσει;”
“Μόνο για λίγα πράγματα της Μαρίνα. Και σκοπεύω να σε ξεχρεώσω.”
“Δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι έτσι. Είναι για εσάς.”
Η πραότητα και η εκνευριστική ευγένεια του με είχαν θυμώσει αφάνταστα.
“Κριστόφ, ποιος νομίζεις ότι είσαι; Δύο χρόνια λείπεις, λείπεις από την οικογένεια σου. Ξέρεις ότι σεβάστηκα την απόφαση σου να με αφήσεις τότε και να βρεις τον αδερφό σου. Ξέρεις ότι έχω μετανιώσει για όσα έχω κάνει, και πάντα θα το νιώθω αυτό, μιας και χάλασε ό,τι καλύτερο μου είχε συμβεί στη ζωή μου. Δεν ξέρεις όμως πόσο δύσκολα πέρασα τόσους μήνες, χωρίς κανένα στήριγμα δίπλα μου και δουλεύοντας μέχρι μέρες πριν γεννήσω ώστε να βγάλω τα προς το ζην. Δεν ξέρεις πόσο δύσκολο μου ήταν όλο αυτό, μια μαμά μόνη, χωρίς τον άνδρα της ζωής της και πατέρα του παιδιού της δίπλα της. Πέρασα πολύ άσχημα και οι τύψεις μου δεν με άφηναν ποτέ να ησυχάσω. Μόνο για την Μαρίνα άντεξα και αυτό θα κάνω.”
“Μα γιατί δεν χρησιμοποίησες τα χρήματα; Είχα πει ότι κάθε μήνα θα έβαζα ένα αρκετά μεγάλο πόσο για να--”
“Δεν με νοιάζουν τα χρήματα σου γαμώτο! Εσύ με ένοιαζες και έφυγες. Έφυγες και κάθε νύχτα έκλαιγα που φέρθηκα τόσο εγωιστικά. Τόσες τύψεις δεν τις αξίζει κανείς.”
Το βλέμμα του έπεσε στα χέρια του. Με φωνή που σχεδόν δεν άκουσα είπε:
“Ο αδερφός μου πέθανε μισό χρόνο πριν. Αν και ξύπνησε από το κόμα, ποτέ δεν κατάφερε να επικοινωνήσει, παρα μόνο με τα μάτια του. Οι μύες του είχαν ατροφήσει και έπειτα από έναμισι χρόνο περίπου, ήμουν αυτός που συμφώνησε να σταματήσει η τεχνική του υποστήριξη. Τόσο καιρό που ήμουν μακριά σου ήξερα ότι είχα κάνει το μεγαλύτερο λάθος μου, αλλά ήθελα να κερδίσω όσο χρόνο μου είχει απομείνει με τον Αντριέι.
Νομίζω είχα αρχίσει να σε μισούσα, σκεφτόμουν όσα μου είχες κάνει και τρελαινόμουν ακόμα περισσότερο. Αισθανόμουν απαίσια που σε άφησα να φύγεις, εσένα και το παιδί μας, που ουσιαστικά σε εγκατέλειψα. Χρειαζόμουν όμως χρόνο μακριά σου.
Λίγους μήνες μετά προσπάθησα να σε βρω αλλά δεν τα κατάφερα. Είχες χαθεί από προσώπου γης. Μετρούσα αντίστροφα τους μήνες. Ήξερα ότι περίμενες κάπου τον Σεπτέμβρη και είχα τρελαθεί που δεν μπορούσα να ακούσω έστω τη φωνή σου και ένα “Καλά είμαι εγώ και το παιδί, σε λίγο θα ξέρουμε αν είναι αγόρι ή κορίτσι”.
Λίγο καιρό μετά, και με τον Αντριέι να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να έφευγα μακριά σου. Κατάλαβα ότι δεν σου άξιζε κάτι τέτοιο. Κατάλαβα πόσο άσχημα φέρθηκα. Σκέφτηκα ότι τουλάχιστον εσύ με άφησες για τον Αντριέι, δεν έφερες αντίσταση. Πάντα ήσουν λιγότερο εγωίστρια από εμένα και το απέδειξες με αυτή σου την αυτοθυσία. Πιο υπέυθυνη ακόμα και αν ποτέ δεν σου άρεσε να αντιμετωπίζεις καταστάσεις. ”
Όση ώρα μου μιλούσε, παρατηρούσα τα χαρακτηριστικά του. Το πρόσωπό του είχε αλλάξει ελαφρά-- είχα την αίσθηση ότι είχε γίνει πιο σκληρό. Στα μάτια του είχαν σχηματίστει ελαφρές ρυτίδες και τα μαλλιά του κάλυπταν ανεξέλεγκτα το μέτωπό του.
“Τι θες από εμένα Κριστόφ;”
“Δεν σου ζητάω να με δεχτείς. Ούτε να με συγχωρήσεις. Απλά.... έχουμε μια κόρη μαζί.. Δεν αξίζει να προσπαθήσουμε από την αρχή; Σαν δυο συνεργάτες;”
Χαμογέλασε ανεπαίσθητα και ανταπέδωσα. Δεν μπορούσα να διαγράψω όσα είχαν συμβεί. Όσα είχα περάσει μακριά του. Να σβήσω όσα δάκρυα έριξα που η κόρη μου θα μεγάλωνε χωρίς τον πατέρα της. Επειδή είχα αποφασίσει να μην της πω τίποτα. Πως θα δικαιολογούσα την απουσία του;
Δεν μπορούσα να διαγράψω τον τρόπο με τον οποίο τον είχα πληγώσει. Μια μέρα μετά τα καθέκαστα στην έπαυλη, χωρίς πολλά πολλά, απαίτησε να μάθει που νοσηλεύοταν ο Αντριέι και αφήνοντας μου μερικά χρήματα, ψέλλισε “Πρέπει να δω αν μπορώ να σε συγχωρέσω. Πρέπει να δω τον αδερφό μου” και έφυγε από το διαμέρισμα μας, δίχως να πει τίποτα για το γεγονός ότι ήμουν έγγυος το παιδί μας.
“Μου ζητάς πολλά. Και όλα είναι απότομα. Τόσο απότομα.”
Παρέμεινε σιωπηλός και άγγιξα τον καρπό του.
“Η Μαρίνα αγαπάει τις πολικές αρκούδες και σήμερα θα πάμε με την φίλη μου την Άλβα σε ένα θεμάτικο πάρκο. Θα συστηθείς σαν οικογενειακός φίλος;”
Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά χωρίς να τον κοιτάω, αν και άκουγα τα βαριά βήματα του από πίσω μου. Φτάσαμε στο ισόγειο αμίλητοι και προτού ανοίξω την πόρτα, μίλησε σιγανά:
“Νομίζω ότι είσαι πιο όμορφη από ποτέ. Η μητρότητα σε άλλαξε. Ακόμα έχεις θέματα επιβολής όμως, έ; ”
Χαμογέλασα και δεν του απάντησα αν και η μνήμη μου γύρισε πίσω, χρόνια πριν, όταν τον είχα γνωρίσει πρώτη φορά στο Βουκουρέστι, σε εκείνο το εγκαταλελειμένο γραφείο συνοικεσιών.

"Θα τον έχεις τον σεβασμό σου, Μένσικαφ. Αρκεί να μην μου το παίζεις διάνοια. Είμαι αρκετά συνεργάσιμη και ευχάριστη παρέα, όταν δεν πας να μου επιβληθείς.”
Προφανώς και έχεις θέματα επιβολής. Αναρωτιέμαι πως προέκυψαν.”
Δικό μου θέμα αυτό.”
Ναι, δεν είπα το αντίθετο. Αλλά νομίζω ότι εσύ νομίζεις ότι με ενδιαφέρεις τόσο, σε σημείο να θέλω να σε ρίξω στο κρεβάτι από το πρώτο λεπτό. Άρα, δεν είμαι εγώ ο εγωιστής, εσύ είσαι η εγωίστρια της υπόθεσης. Και ματαιόδοξη και εγωκεντρική.”

Η Μαρίνα μας είδε από το παράθυρο του αυτοκινήτου και χωρίς να γνωρίζει τι συνέβαινε και ποιος ήταν ο ψηλός άνδρας δίπλα μου, χαμογέλασε εγκάρδια. Άρχισε να σχεδιάζει με το χεράκι της, διαγράφοντας την θολότητα του τζαμιού, την τελευταία εικόνα που είδε στο βιβλίο με γεωμετρικά σχήματα της Άλβα.
Ήταν ένας τέλειος κύκλος.


~Augustine