Replace

Sunday, 12 June 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΑΡΑ ΑΝΔΡΕΪΔΟΥ


Σήμερα Κυριακή, τελευταία μέρα της εβδομάδας, σας έχω έτοιμη την συνέντευξη που μου έδωσε αποκλειστικά η συγγραφέας Χαρά Ανδρεΐδου. Την ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που αφιέρωσε και για την ευκαιρία που μου έδωσε να την γνωρίσω -- έστω και μέσα από κάποιες ερωτήσεις. Απολαύστε τις παρακάτω:


S.P: Καλησπέρα κυρία Ανδρεΐδου και σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας. Αισθάνομαι πολύ τυχερή που έχω την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί, μιας και από καιρό γνωρίζω την δουλειά σας και βλέπω πάντα τα βιβλία σας να κοσμούν ράφια βιβλιοπωλείων. Διαβάζοντας το βιογραφικό σας συνειδητοποίησα ότι είστε ένας άνθρωπος που επιδιώκει την μόρφωση με χίλιους δυο τρόπους. Με σπουδές στην εκπαίδευση, την αρχαιολογία και την μουσειολογία και με κλίση προς την συγγραφή θα θέλατε να μας πείτε τι αξία έχει στη ζωή σας η γνώση, πόσο μάλλον η αέναη γνώση, η δια βίου μάθηση;

X.A: Κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω για τα καλά σας λόγια, χαίρομαι πάντοτε όταν έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους που γνωρίζουν τα βιβλία μου και τον τρόπο μου να επικοινωνώ μέσα από αυτά. Όσον αφορά το θέμα της γνώσης, για μένα η γνώση, η καλλιέργεια – θα προτιμούσα αυτόν τον όρο - είναι το μόνο εφόδιο, η μόνη περιουσία, η μόνη ασφάλεια και το καλύτερο δώρο που μπορεί κανείς να προσφέρει στον εαυτό του για να πορεύεται στη ζωή του. Η γνώση είναι ο πολυτιμότερος, ο πιο αξιόπιστος σύμβουλος, ένας σύμβουλος που κανείς δεν μπορεί να του τον στερήσει και που δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ. Μέσα από μια συνεχή και επίμονη διαδικασία καλλιέργειας – και δεν εννοώ, φυσικά, μόνο τις σπουδές στα ακαδημαϊκά ιδρύματα - ο κάθε ένας από εμάς μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό του, τους άλλους ανθρώπους γύρω του και τον απέραντο κόσμο και να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση ως γνώμονα για τους τρόπους και τους δρόμους που θα πάρει στη ζωή του. Αλλιώς προχωράει στα τυφλά και κάποια στιγμή, σίγουρα, θα σκοντάψει και θα πέσει.

S.P: Σε πρόσφατη συνέντευξη σας μιλήσατε για τους λόγους που γράφετε μυθιστορήματα και θα συνεχίσετε να γράφετε. Αναφερθήκατε στα έργα σας σαν “ψυχολογικά μυθιστορήματα” και σχολιάσατε το “ζύμωμα” που υποβάλλετε τους ήρωές σας ώστε να φανερώσετε αλήθειες και φόβους για τον κάθε έναν από εμάς. Είναι η συγγραφή ένα άλλο είδος ψυχοθεραπείας, τόσο για τον αναγνώστη όσο και για τον ίδιο τον συγγραφέα; Και ποιος ο λόγος που μέσα από τη λογοτεχνία έχουμε μάθει τις μεγαλύτερες αλήθειες για την ανθρώπινη φύση;

X.A: Η συγγραφή είναι σίγουρα ένας τρόπος ψυχοθεραπείας για τον συγγραφέα, είναι μια διαδικασία ανακουφιστική, παρήγορη, πραγματικά λυτρωτική. Είναι αυτή η διαδρομή μέσα στον εαυτό σου που κάνεις περπατώντας μέσα στις ζωές, στις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις αντοχές των ηρώων σου, στα πετάγματα και τα γκρεμίσματά τους. Ό,τι κι αν γράφει ένας συγγραφέας, το περνάει πάντοτε μέσα από το δικό του προσωπικό φίλτρο. Το ίδιο κάνει και ο αναγνώστης, συνταιριάζει, πολλές φορές ακόμα και ταυτίζει τα «πάθη» των ηρώων ενός βιβλίου με τις διαδρομές της δικής του ζωής. Κι έτσι, κρίνοντας, συμφωνώντας, συναινώντας, απορρίπτοντας, αλλά κυρίως κατανοώντας τις πράξεις και τις σκέψεις και τα συναισθήματα των λογοτεχνικών ηρώων, κατανοεί καλύτερα και τις πράξεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα τα δικά του και των ανθρώπων γύρω του. Η λογοτεχνία μάς παίρνει από το χέρι και μάς οδηγεί σε βαθύτερα επίπεδα ευαισθησίας μέσα μας, από τα οποία μάς αποκόβει συνήθως η πιεστική καθημερινότητά μας. Το κλειδί είναι στην κατανόηση, και η κατανόηση είναι η ύψιστη απελευθερωτική, θεραπευτική, λυτρωτική πράξη.

S.P: Είστε συγγραφέας τριών βιβλίων ως τώρα, των “Η Αγάπη είναι Πόλεμος” και “Ημερολόγιο Διαδρομών” από τις εκδόσεις Ψυχογιός και του “Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα” από τις εκδόσεις Λιβάνη. Καταλαβαίνω ότι ο συγγραφικός καμβάς σας αποτελείται από ανθρώπινες σχέσεις και συναισθήματα. Θα θέλατε ποτέ να ασχοληθείτε με κάποιο άλλο είδος συγγραφής, για παράδειγμα φαντασίας; Και τελικά, τι μηνύματα προσπαθείτε να περάσετε μέσα από τόσο ανθρώπινα βιβλία;

X.A: Ποτέ δεν αποκλείω κάτι εξ ορισμού, εξάλλου οι διαδρομές της ζωής μου εξακολουθούν να με εκπλήσσουν, δεν ακολουθούν προδιαγεγραμμένες πορείες. Κάποια στιγμή ίσως νιώσω την ανάγκη να γράψω ιστορίες φαντασίας, παιδικά βιβλία, ταξιδιωτικούς οδηγούς, ποίηση ή οτιδήποτε άλλο. Αν έχω λόγο να το κάνω, θα το κάνω. Αυτή τη στιγμή γράφω για τις ανθρώπινες σχέσεις γιατί αυτό είναι το πεδίο που με ενδιαφέρει, που με προβληματίζει, με συναρπάζει, με ταλαιπωρεί, με προκαλεί. Ζω, όπως όλοι μας, «βουτηγμένη» μέσα στις σχέσεις μου με ανθρώπους. Και διαπιστώνω κάθε μέρα, κάθε στιγμή πώς δεν υπάρχει τίποτε πιο πολύπλοκο, πιο περίπλοκο και πιο απαιτητικό από μια σχέση ανάμεσα σε δυο ή περισσότερους ανθρώπους. Η ζωή μας, η πορεία μας, η χαρά μας και η δυστυχία μας ορίζεται από τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Τις μελετώ λοιπόν, προσπαθώντας να κερδίσω ένα κομμάτι ευτυχίας; ηρεμίας; πλήρωσης; για μένα και να προσφέρω την ευκαιρία και για ένα ακόμη στους αναγνώστες μου. Αν υπάρχει ένα μήνυμα στα βιβλία μου, είναι αυτό: κατανοείστε τον εαυτό σας και τους άλλους.

S.P: Σχετικά με το πρώτο σας βιβλίο, το να φέρετε σε μία πρόταση τόσο αντιθετικές έννοιες όπως ο έρωτας και ο πόλεμος, με ωθεί στο να ρωτήσω το εξής: είναι όντως ο έρωτας, η αγάπη, η έλξη που νιώθει κάποιος για έναν άλλον άνθρωπο, είτε ερωτική και συναισθηματική είτε απλά σωματική, ένας μικρός πόλεμος που πρώτα λαμβάνει χώρα μέσα μας; Και τι είδους πόλεμος; Πως μπορεί να οριστεί κάτι τέτοιο;

X.A: Η αγάπη είναι πόλεμος, όντως, όχι μικρός αλλά μεγάλος, τεράστιος, καθηλωτικός. Είναι πόλεμος με τον σύντροφό σου, είναι πόλεμος με τους ανθρώπους που έχουν θέση στη ζωή σου, κυρίως όμως είναι πόλεμος με τους άπειρους εαυτούς που ο καθένας μας κρύβει μέσα του. Ένας συνεχής, ασίγαστος, ανηλεής πόλεμος. Όμως, αν διαβάσει προσεκτικά κάποιος το βιβλίο, θα δει ότι – για μένα τουλάχιστον – η αγάπη δεν είναι μόνο πόλεμος. Είναι επίσης χαρά, ευτυχία, μια απίστευτη αίσθηση πλήρωσης του κενού μέσα μας, ένα φίλτρο για να βλέπουμε τον κόσμο μέσα απ’ αυτό, ένας τρόπος να αποκτήσει νόημα η ζωή μας. Είναι στο χέρι των δυο συντρόφων να χειριστούν τη σχέση τους έτσι ώστε το βάρος να μην πέφτει στον πόλεμο αλλά στη χαρά. Η αγάπη – στο τέλος – είναι απόφαση και στάση ζωής.

S.P: Το δεύτερο βιβλίο σας με τίτλο “Ημερολόγια Διαδρομών” μιλάει για την φιλία. Και όπως είχατε αναφέρει παλαιότερα, την φιλία ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα αλλά προπαντός την φιλία ανάμεσα σε γυναίκες. Πιστεύετε ότι υπάρχει αληθινή και ανιδιοτελής φιλία στις μέρες μας; Πόσο διαφορετική είναι μια φιλία ανάμεσα σε γυναίκες, ανάμεσα σε άνδρες και ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα; Γίνεται να χωρίσουμε με βάση τα φύλα ένα τέτοιο συναίσθημα, μια τέτοια ιδέα;

X.A: Η απάντησή μου για τη φιλία είναι η ίδια με την απάντησή μου για την αγάπη και γενικότερα για τον τρόπο που επιλέγουμε να σταθούμε απέναντι στη ζωή μας. Η φιλία είναι κι αυτή μια σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους και μπορεί να έχει πολλές, άπειρες μορφές. Το θέμα είναι πώς θα χειριστούμε εμείς τα πρόσωπα, τις καταστάσεις, τον εαυτό μας. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται για να χτιστεί μια φιλία, όπως και μια οποιαδήποτε σχέση, είναι ανοιχτή ψυχή. Για τον τρόπο που θα προχωρήσει από εκεί και μετά, θα σας απαντήσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο, που συνοψίζει ουσιαστικά τη φιλοσοφία και τον λόγο για τον οποίο έγραψα αυτό το βιβλίο: «Τα όρια είναι κάτι πολύ προσωπικό, δεν ορίζονται a priori. Τα όρια ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ορίζονται μόνο από τους ίδιους και αίρονται ξανά και ξανά, μόνο από τους ίδιους, μέσα από τις καταστάσεις που ζουν».

S.P: Το πιο πρόσφατο βιβλίο σας με τίτλο “Στα τέσσερα σημεία του Ορίζοντα” μπλέκει τέσσερις ανθρώπους σε τρεις παράλληλες σχέσεις εν γνώση τους. Ποιο ακριβώς είναι το θεματικό του κέντρο; Και πως προέκυψε η έμπνευση για αυτή την ιστορία;

X.A: Αυτό που κάνω στα βιβλία μου είναι να δημιουργώ κάποιους χαρακτήρες, πολύ καλά δομημένους και με συνέπεια στον τρόπο που πορεύονται στη ζωή τους, συνήθως πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, και να βάζω αυτούς τους χαρακτήρες μέσα στο - όσο γίνεται πιο στενό - πλαίσιο μιας σχέσης, για να ζυμωθούν μεταξύ τους και να μπορέσω να μελετήσω ό,τι θα προκύψει από αυτή την έντονη αλληλεπίδρασή τους. Αυτό έκανα και στο «Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα». Αιτία για να γράψω αυτό το βιβλίο ήταν η ανάγκη μου να θέσω το ερώτημα αν υπάρχει ψυχή αν υπάρχει ψυχή και αν υπάρχουν αδελφές ψυχές και πώς ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε αυτό το τεράστιο, καθολικό ερώτημα επηρεάζει και τον τρόπο που ζούμε και αλληλεπιδρούμε με τους άλλους ανθρώπους. Κάθε ένας από τους τέσσερις ήρωές μου έχει μια διαφορετική θέση πάνω σ’ αυτό το θέμα κι αυτό επηρεάζει τη ζωή του, τις σχέσεις του, την ηθική του, την κοσμοθεωρία του. Μέσα όμως από το έντονο ζύμωμά τους σε αυτές τις παράλληλες σχέσεις – εν γνώσει τους, πάντοτε – οι ήρωές μου τελικά κάνουν ένα βήμα πίσω από τις πάγιες θέσεις τους και κατανοούν και αποδέχονται και τις αλήθειες των άλλων, των αγαπημένων τους ανθρώπων. Αυτό είναι το κόστος της συνύπαρξής μας με τους άλλους: πρέπει να δεχτούμε και τις δικές τους αλήθειες δίπλα στις δικές μας. Ή να τις απορρίψουμε, και τις αλήθειες αλλά και τους ανθρώπους, και να μείνουμε μόνοι. Η επιλογή είναι δική μας.


S.P: Πόσο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να γράφει τόσες ιστορίες και να ζει ταυτόχρονα σε τόσους κόσμους; Δεν κουράζεται ποτέ; Και από που προέρχεται αυτή η ανάγκη να ζει και να ξαναζεί μέσα σε πλαστά σύμπαντα; Είναι εκ γενετής ή καλλιεργείται με διάφορα ερεθίσματα;

X.A: Στο ερώτημα αυτό μπορώ να απαντήσω μόνο για μένα, καθώς ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να αντιμετωπίζει τον εαυτό του και τα δεδομένα. Για μένα λοιπόν, το να ζω μέσα στα σύμπαντα των βιβλίων μου, είναι επιθυμία και ανακούφιση, δεν είναι κούραση. Ζούσα και εξακολουθώ να ζω - και πιστεύω ότι αυτό θα ισχύει ως το τέλος της ταπεινής μου ζωής - ζούσα πάντοτε μέσα σε πολλά, διαφορετικά σύμπαντα μέσα μου, όπως πιστεύω συμβαίνει σε όλους μας. Θα ήταν πολύ βαρύ, πολύ δύσκολο να ζούμε μόνο σε μια διάσταση της πραγματικότητας, αυτή που ορίζεται από τις τέσσερις διαστάσεις. Όλοι ζούμε σε παράλληλους κόσμους μέσα μας. Εμένα μού δόθηκε η δυνατότητα αυτούς τους παράλληλους κόσμους να μπορώ και να τους εκφράζω έξω από μένα, να τους αποτυπώνω με λέξεις και έτσι να επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους. Είναι πραγματική ευλογία, πιστέψτε με.

S.P: Μιας και είμαστε διαδικτυακοί φίλοι στο facebook, ανεβάσατε ένα πανέμορφο απόσπασμα από το νέο σας βιβλίο με τίτλο “Τα Άδεια Κουτιά” που βρίσκεται εν αναμονή έκδοσης. Παραθέτω παρακάτω ένα μικρό απόσπσμα:
Φοβάμαι τη σκιά μου. Το αποτύπωμα που αφήνω πίσω μου όταν εγώ έχω ήδη περάσει στον επόμενο χρόνο, στον επόμενο κόσμο, στην επόμενη κίνηση… όταν πια η σκιά μου είναι ανυπεράσπιστη και στα λόγια και στα χέρια των άλλων.

Φοβάμαι τους φόβους μου… όλους τους φόβους μου.
Φοβάμαι την αγωνία μου για όλους τους φόβους μου.
Φοβάμαι τις ανάγκες μου∙ βαθιά ριζωμένες μέσα μου, δυνάστριες. Δεν τις παλεύω, δεν μπορώ να τις ελέγξω, δεν μπορώ καν να τις συρρικνώσω. Διαφεντεύουν το μέσα μου.
Μια πιο πολύ απ’ όλα φοβάμαι το σκοτάδι μέσα μου που με καταπίνει. Πριν από καιρό ένας αγαπημένος άνθρωπος μού είπε: «Βγες από τις σκιές∙ έλα στο φως»…

Όλοι μας παλεύουμε με κρυφούς φόβους, φόβους που πολλές φορές έχουν την δύναμη να μας συνθλίβουν, να μας κατατροπώνουν. Ποια είναι η γνώμη σας για τον φόβο σαν έννοια και σαν συναίσθημα; Και μπορείτε να μας “προδώσετε” κάποια πράγματα για το νέο σας βιβλίο;

X.A: Πιστεύω πως για τον φόβο δεν υπάρχει λόγος να μιλήσω. Όλοι ξέρουν τι σημαίνει «φόβος», όλοι έχουν τους φόβους τους, όλοι έχουν – ή ψάχνουν να βρουν - ένα τρόπο για να τους διαχειρίζονται. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις τον φόβο σου είναι να τον μελετήσεις και να τον απομυθοποιήσεις. Αλλιώς γίνεται ένα μυθικό τέρας, μια λάμια με εξήντα δυο κεφάλια, και σε καταβροχθίζει. Όσο για το νέο μου βιβλίο, ο φόβος όντως είναι κινητήριος μοχλός στην ιστορία της ηρωίδας μου, ο φόβος που μεταγγίζεται σε ανάγκες, ανάγκες βαθιές, απαιτητικές, καταλυτικές που θέλουμε οπωσδήποτε να τις ικανοποιήσουμε για να νιώσουμε πλήρεις. Αυτό κάνει η ηρωίδα μου, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της, να γεμίσει τα άδεια κουτιά μέσα της. Μέσα από τις σπασμωδικές – πολλές φορές – κινήσεις της, μέσα από τα βήματα και τα πισωγυρίσματά της, ακολουθεί ένα δρόμο που τη βγάζει στην αυτογνωσία. Νικά τους φόβους της τελικά; Θα το μάθουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.

Με τον συγγραφέα Μάριο Καρακατσάνη
S.P: Θα μπορούσατε να μας μεταδώσετε με λέξεις την ανάγκη που έχετε για την συγγραφή; Την ανάγκη να εκφραστείτε μέσω των λέξεων; Την ανάγκη να μιλήσετε για ανθρώπινα πάθη και λάθη; Υπάρχει κάποια “μούσα” σε όλο αυτό;

X.A: Η συγγραφή ικανοποιεί πολλές, βασικές ανάγκες μου και δίνει διέξοδο σε ουσιαστικά χαρακτηριστικά μου, όπως η μεγάλη μου αγάπη για τις λέξεις και η ευχαρίστηση που αντλώ από το ζύμωμά μου μ’ αυτές, η μεγάλη μου ανάγκη να μελετώ τον εαυτό μου και τους γύρω μου, η εμμονή μου να περιγράφω εξαντλητικά το κάθε τι που αντιμετωπίζω, η ιδιότητά μου ως επίμονου συλλέκτη στιγμών, σκέψεων, ιστοριών, συναισθημάτων, τα στοιχήματα που βάζω με τον εαυτό μου για όρια που συνεχώς τα ξεπερνώ. Η συγγραφή δίνει ένα ανεξάντλητο πεδίο έκφρασης, μια διέξοδο σε όλα αυτά που ενυπήρχαν μέσα μου και πριν αρχίσω να γράφω. Αυτά αποτελούν και την πηγή της έμπνευσης για μένα, τη «μούσα» μου, αν θέλετε να το πείτε έτσι.

S.P: Αν μπορούσατε να κατατάξετε όσα άτομα νιώθουν ότι θέλουν να επικοινωνήσουν μέσω των ιστοριών τους, τι χαρακτηριστικά θα τους προσδίδατε; Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που έχει κάθε άνθρωπος που γράφει, πεζά ή ποίηση, που γράφει σε εκδοτικό ή όχι;

X.A: Πιστεύω πως το κυρίαρχο χαρακτηριστικό κάποιου που γράφει, που δημιουργεί τέχνη γενικότερα, είναι η ανάγκη του να επικοινωνήσει, να μοιραστεί με τους άλλους όσα κουβαλάει μέσα του, τον δικό του τρόπο να βλέπει και να ερμηνεύει τον κόσμο. Εξάλλου ο χαρακτήρας – ή, για να το θέσουμε με περισσότερη ακρίβεια, η πρόθεση – κάθε μορφής τέχνης είναι δημόσια. Το αν θα καταφέρει ο δημιουργός – ή θα τολμήσει – να πραγματώσει αυτόν τον δημόσιο χαρακτήρα της τέχνης του είναι ένα άλλο, ακανθώδες θέμα.

S.P: Ποια είναι η συμβουλή σας σε άτομα που καταπιάνονται τώρα με την συγγραφή και ονειρεύονται την έκδοση;

X.A: Πριν ξεκινήσουν να είναι σίγουροι ότι έχουν κάτι να πουν και ότι έχουν και τον τρόπο για να το πουν. Αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία κάθε έργου τέχνης. Και μετά, ας βάλουν το κεφάλι μπροστά και ας ορμήσουν ολόισια πάνω στον τοίχο. Όπως λέει και η ηρωίδα του πρώτου μου βιβλίου: «Είναι μόνο μια ζωή, ούτε καν, μισή».

S.P: Σε προηγούμενη συνέντευξη σας αναφερθήκατε στο ότι ο κόσμος διαβάζει πολύ στην Ελλάδα, αλλά όχι σωστά, “καταναλώνει” δηλαδή βιβλία, δεν διαβάζει την ουσία τους δεν ζει μέσα από αυτά. Πως μπορεί να αλλάξει κάτι τέτοιο; Είναι θέμα διαφήμισης, θέμα των --εκδοτικών ή καθαρά θέμα εκπαίδευσης και ίσως και νοοτροπίας;

X.A: Μ’ αυτό που είπα εννοούσα ότι πολλοί αναγνώστες δεν κερδίζουν από τα «βιβλία», δεν αποκομίζουν κάποιο όφελος από την ανάγνωσή τους, γιατί δεν σκύβουν πάνω τους, δεν μπαίνουν μέσα στον κόσμο τους, δεν προσπαθούν να καταλάβουν τα βαθύτερα επίπεδα, τα υφέρποντα νοήματα, τις ερμηνείες του κόσμου που δίνει ο συγγραφέας μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του. Βέβαια σε έναν τρομακτικά μεγάλο βαθμό γι’ αυτό φταίνε και τα ίδια τα βιβλία, τα οποία πραγματικά προσφέρονται για «ταχυκατανάλωση», όπως τα φαγητά σε ένα fast-food, χωρίς καμία ποιότητα, καμία βαθύτερη ανάλυση, καμία ερμηνεία, δυστυχώς. Γιατί οδηγούνται οι αναγνώστες σ’ αυτά τα βιβλία; Υπάρχει ένα σφιχτοδεμένο πλέγμα αιτιών, που η μια προκαλεί, στηρίζει και ευνοεί την άλλη. Η παντελής έλλειψη λογοτεχνικής – και γενικότερα – παιδείας, η αποθέωση των εύκολων, απλοϊκών, χονδροειδών στο τέλος λύσεων για όλα, σε συνδυασμό με την πλήρη κυριαρχία του marketing και του life-style που αυτό προωθεί, ο καταιγισμός από νέα συνεχώς βιβλία χωρίς να υπάρχει πια κανένα ποιοτικό κριτήριο για την έκδοσή τους. Όλα αυτά ενώνουν τις δυνάμεις τους για να οδηγήσουν τον αναγνώστη στους λάθος δρόμους. Ωστόσο και πάλι η τελική ευθύνη πρέπει να ανήκει στον καθένα μας ξεχωριστά. Είμαστε άτομα, μονάδες, προσωπικότητες, όχι μια άμορφη μάζα που άγεται και φέρεται. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε αυτό.

S.P: Και τελειώνοντας, σαν αναγνώστης, ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο, ποιο το αγαπημένο σας ποίημα και γιατί;

X.A: Έχω μία απάντηση και για τις δυο ερωτήσεις σας, κι αυτή είναι ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Αγαπώ και θαυμάζω τον τρόπο που ο ποιητής χειρίζεται την ελληνική γλώσσα, σε ένα δύσκολο στάδιο της, όπου ακόμη ζυμωνόταν και προσπαθούσε να βρει την ταυτότητά της, πώς «δένει» λειτουργικά τα δυο κομμάτια της, αυτό που προέρχεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία και αυτό της ζωντανής καθημερινής γλώσσας της εποχής του. Αγαπώ και θαυμάζω τα απόλυτα αισθήματα της Αρετούσας, κατανοώ τα ανθρώπινα πάθη του Ερωτόκριτου, καθώς και την ψυχοσύνθεση των υπόλοιπων χαρακτήρων του έργου. Λατρεύω τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο Κορνάρος τη φύση, την οποία εξυψώνει σε θεϊκό επίπεδο. Φυσικά είναι και πολλά, πάρα πολλά άλλα έργα που αγαπώ και θαυμάζω, και από την ελληνική και από την ξένη λογοτεχνία, και από τις προηγούμενες γενιές και από τις σύγχρονες. Απλώς ξεχωρίζω τον Ερωτόκριτο γιατί τον νιώθω πολύ κοντά σε μένα, πολύ κοντά στην ψυχή μου.


(Ερωτήσεις: Augustine)