Monday, 21 March 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ: "ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ", ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ



ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ 





“Να επαναλάβω την ερώτηση;”
Ο τόνος της φωνής της ήταν αυστηρός και σοβαρός. Χρειάστηκα μερικά λεπτά για να καταλάβω τι ακριβώς με είχε ρωτήσει. Η ανάμνηση εκείνης της νύχτας ήταν καλά κρυμμένη στο υποσυνείδητο μου και δεν ήμουν σίγουρος ποιον λόγο είχε και απαιτούσε εξηγήσεις για κάτι τέτοιο. Η Μόϊρα δεν είχε καμία σχέση με το συμβάν.
“Τι εννοείς που ήμουν; Που κολλάει αυτό; Πάμε μέσα και ξέχασε τα αυτά.”
Προχώρησα προς το μέρος της, μα εκείνη με απέφυγε και στάθηκε με την πλάτη στον νιπτήρα. Τοποθέτησε επιδεικτικά το δεξί της χέρι δίπλα από τη θήκη των κουζινομάχαιρων και μου έθεσε ξανά την ερώτηση.
“Δεν θυμάμαι τι έκανα τότε, εδώ δεν θυμάμαι τι έκανα χθες.”
“Μου έχεις πει ότι δεν σου αρέσουν οι υπεκφυγές. Μη γίνεσαι σαν και εμένα.”
Χαμογέλασε αινιγματικά, έβγαλε ένα μαχαίρι και άρχισε να το παίζει με τα χέρια της. Η απειλή της ήταν ξεκάθαρη, εκείνη η ανάμνηση ήταν ξεκάθαρη και το μόνο που έμενε ήταν να διαπιστώσω τις αληθινές προθέσεις της.
“Γιατί το αναφέρεις τώρα; Τι σκοπεύεις να κερδίσεις;”
“Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα ήθελα να αποκαλυφθώ. Αλλά δεν γινόταν, έπρεπε πρώτα να κερδίσω την εμπιστοσύνη σου.”
Στο σημέιο αυτό, χαμήλωσε τη φωνή της και κοιτάξε κάτω, ενώ ένα αργό τρέμουλο απλώθηκε στα άκρα της. Τοποθέτησε το μαχαίρι πάνω στον πάγκο και ήπιε γενναιόδωρες γουλιές παγωμένο νερό.
Να κερδίσει την εμπιστοσύνη μου; Τι σχεδίαζε όλο αυτόν τον καιρό; Και αν όντως ήθελε να κερδίσει την εμπιστοσύνη μου, πόσα πράγματα ήταν διατεθειμένη να κάνει ή να νιώσει για εμένα;
“Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο μου είναι, Κριστόφ. Ποτέ δεν περίμενα ότι... ότι.... θα σε ερωτευόμουν. Δεν θέλω να αλλάξει τίποτα μεταξύ μας. Αλλά, δεν μπορώ να ζω έτσι, μέσα στο ψέμα, μέσα σε αναμνήσεις που με στοιχειώνουν ακόμα και στα όνειρα μου, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.”
Όση ώρα μου μιλούσε, με κοιτούσε στα μάτια. Δεν έκανε καμία κίνηση να με πλησιάσει, αλλά με κοιτούσε τόσο έντονα, παρακαλώντας με να την πιστέψω. Και θα το είχα κάνει, αν δεν μου είχε κολλήσει στο μυαλό ότι με γνώρισε εξαρχής με έναν σκοπό. Και ότι δεν είχε απομακρύνει ούτε χιλιοστό το σώμα της από την θήκη με τα μαχαίρια.
“Δεν ήταν τυχαία η γνωριμία μας, ε;”
Κατάπιε ξερό αέρα και κουρασμένα μου ένευσε αρνητικά.
“Τι ζητάς από εμένα Μόϊρα;”
Ξαφνικά ένιωσα θυμό και αγανάκτηση και πόνο και μίσος. Την ήθελα τόσο, μα με είχε κοροϊδέψει, ήταν ψεύτικη και επιπόλαια. Ήθελα να της σπάσω την μούρη, αλλά δεν άντεχα να μη νιώσω το κορμί της πάνω μου για μία ακόμη φορά. Την είχα ερωτευτεί, την αγαπούσα και δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνη, ήταν γεγονός.
“Εκείνη τη νύχτα κάλυψες για τρία άτομα, τους Βλαντ Αλεξιέγεβ, Νικίτα Ασλάνοφ και Αντριέι.... Αντριέι Μένσικαφ.”
Το όνομα του νεκρού αδερφού μου, το όνομα που είχα να ακούσω από τα χείλια κάποιου άλλου για περισσότερο από δύο χρόνια, ήχησε τόσο δύνατα στο δωμάτιο, αυτόματα υψώνοντας έναν αόρατο τοίχο μεταξύ εμένας και εκείνης.
Έσφιξα τα χέρια μου σε γροθιές και χωρίς να αλλάξω στάση την ρώτησα νευριασμένος.
“Τι δουλειά έχεις εσύ με το όνομα του αδερφού μου; Πως ξέρεις τι έγινε τότε;”
“Άρα παραδέχεσαι ότι έκανες κάτι;”
“Γαμώ την τύχη μου ναι, το παραδέχομαι Μόϊρα! Αλλά που κολλάς εσύ σε όλο αυτό;”
Χωρίς να το καταλάβω, με πλησίασε σθεναρά και τοποθέτησε το ένα χέρι της στο μάγουλό μου.
“Κριστόφ, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δεν θα ήθελα να είναι έτσι τα πράγματα. Θέλω να ξεχάσω το παρελθόν, θέλω να με πάρεις ξανά στο δωμάτιο και να κάνουμε έρωτα όλη μέρα, θέλω να μάθω όσα δεν έχω μάθει για σένα. Σε έχω ανάγκη δίπλα μου και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να παραδεχτώ μέχρι πριν λίγες ώρες.”
“Θα ξεχάσω κάθε λέξη που έχεις πει, αν και εσύ διατίθεσαι να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε.”
Χαμογέλασε και έφερε το στόμα της στο δικό μου, με ένα τέτοιο πρωτόγνωρο πάθος και μια αδιανότητη ανάγκη που με ξάφνιασε τόσο, σε σημείο να μην ανταποδώσω αμέσως. Την τύλιξα πάνω μου και την έσπρωξα προς τον πάγκο, εκεί που καθόταν τόση ώρα πριν με πλησιάσει, αδειάζοντας τον με μία κίνηση ώστε να την ξαπλώσω.
Τα χέρια της έψαχναν το σώμα μου, ενώ εγώ επικεντρώθηκα για άλλη μια φορά στο στήθος της. Σαν ναρκωτικό, οι αναστεναγμοί και τα βογγητά της, ήταν αρκετά να με εθίσουν και εν τέλει, να με ερεθίσουν ακόμα περισσότερο.
Θεέ μου, πως θα ζούσα χωρίς την γεύση της, το άρωμα της, το άγγιγμα της;
Της είχα βγάλει το μισό φόρεμα, όταν μου τράβηξε τα μαλλιά και απομάκρυνε το στόμα μου από τα στήθη της.
“Κριστόφ... εγώ... εγώ... σκότωσα τον αδερφό σου. Σκότωσα τον Αντριέι, τον Βλάντ και τον Νικήτα.”
Ξεγλίστρησε από τα παγωμένα χέρια μου και φόρεσε άτσαλα το ρούχο της. Απομακρύνθηκε και κράτησε το χέρι της πάνω από το στόμα της.
Αδυνατούσα να πιστέψω αυτό που μόλις είχα ακούσει. Η ομολογία της μου φαινόταν τόσο παράλογη, μα τα μάτια και η στάση του σώματος της έλεγαν την αντίθετη ιστορία.
Τα χέρια της πάνω μου και τα χείλια της στο στέρνο μου, τα δάχτυλα της στον λαιμό μου και η αίσθηση τους στα μαλλιά μου, πλέον έμοιαζαν τόσο ξένα. Έμοιαζαν σαν να άνηκαν σε έναν διαφορετικό Κριστόφ, έναν Κριστόφ που εδώ και ένα χρόνο δεν είχε καταλάβει το πραγματικό πρόσωπο της γυναίκας που συνεργαζόταν εδώ και ένα χρόνο σχεδόν. 
Αναγνώρισε τον θυμό μου και την αλλαγή της στάσης μου απέναντι της, για αυτό και άρχισε να προχωράει προς τα πίσω, σε μια ύστερνη προσπάθεια να σώσει τον εαυτό της. Επειδή, ας μην λέμε ψέματα, ήμουν ένας από τους καλύτερους δολοφόνους εκεί εξώ και το μόνο που δεν μπορούσα να ανεχτώ ήταν η προδοσία. Και ειδικά τη δική της.
“Κριστόφ, δεν μπορείς να καταλάβεις ακόμα; Εκείνη τη νύχτα ο αδερφός σου με τους φίλους του γνώρισαν μια κοπέλα με την φίλη της σε ένα νυχτερινό κέντρο. Τις μέθυσαν και προσπάθησαν να τις απαγάγουν. Η μία κοπέλα ξέφυγε, μα η άλλη δεν τα κατάφερε. Την βίασαν ομαδικά και την σκότωσαν. Μετά κάλεσαν εσένα για να καθαρίσεις τη βρωμιά τους. Και το έκανες. Χωρίς να σε ενδιαφέρει για την επιθανάτια τιμή της κοπέλας, χωρίς να σε ενδιαφέρει για την οικογένεια της και τον πόνο που μια τέτοια συγκαλυμμένη πράξη θα προκαλούσε στους γύρω της. Ποτέ δεν βρήκαν τους ένοχους! Αυτά τα βδελύγματα, φρόντισαν να καθαρίσουν πλήρως κάθε ίχνος πάνω της! Και εσύ ήσουν ο συνεργός τους! Φρόντισες το πτώμα της να ξεβρασθεί σε ένα βρωμερό ποτάμι της πόλης και ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που το έκανες!”
Φώναζε και έκλαιγε, το πρόσωπό της είχε κοκκινήσει και τα μάτια της είχαν γίνει σκληρά και άγρια. Αγκάλιασε τον εαυτό της και κάθησε ανακούκουρδα στη μέση του σαλονιού.
“Η μητέρα έπαθε κατάθλιψη και αυτοκτόνησε. Μέσα σε ένα βράδυ η οικογένεια μας καταστράφηκε από τρεις σεξιστές νταήδες που τόλμησαν να απλώσουν χέρι πάνω σε μία ανήλικη.
Εκείνη τη μέρα η Καρίν έμαθε ότι πέρασε στη Σχολή Νοσηλευτικής και ήταν τόσο ευτυχισμένη... Επέμενε να βγει με την φίλη της και αν και η μητέρα δεν ήθελε, μπήκα στη μέση εγώ και την έπεισα να κάνει το αντίθετο. Μπορείς να φανταστείς τις τύψεις που είχα μετά από ό,τι συνέβη; Αν δεν μιλούσα, αν δεν υπερασπιζόμουν την επιλογή της, η Καρίν τώρα θα ήταν ζωντανή και εγώ δεν θα είχα μπλέξει ποτέ με τον κύριο Π., δεν θα είχα γίνει ποτέ δολοφόνος και δεν θα κυνηγούσα τους δολοφόνους της.”
Το πρόσωπό μου είχε μουδιάσει και για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ήξερα ποια θα ήταν η επόμενη μου πράξη. Η Μόϊρα ήταν η αδερφή της κοπέλας που ο αδελφός μου και η παρέα του βιάσαν και σκότωσαν, και εγώ είχα συνομωτήσει εναντίον της, είχα πάρει μέρος στο σχέδιο τους ώστε να αποσιωποιήσω ένα χυδαίο έγκλημα και να ξεφορτωθώ το πτώμα μιας άτυχης έφηβης.
“Δεν γνώριζα τι είχε γίνει. Δεν γνώριζα τίποτα. Μου είπαν ότι ήταν ένα πρεζόνι που δεν πλήρωσε τα χρήματα για την δόση της και την σκότωσαν. Μου είπαν να την ξεφορτωθώ σε κάποιο ψηλό σημείο του ποταμού, ώστε μην βρεθεί σύντομα το πτώμα της. Με κάλεσαν τα ξημερώματα και από τη φωνή του αδερφού μου κατάλαβα ότι είχε κάνει πάλι κάτι που δεν μπορούσε να ξεφύγει, αν δεν τον ξελάσπωνα εγώ. Έτσι ήταν πάντα. Ζούσε μόνο για τον εαυτό του.
Δεν ρώτησα ποτέ τι έγινε και πως, αν και είχα υποψιαστεί κάποια πράγματα, μιας και ποτέ δεν ξέχασαν εκείνη τη νύχτα. Κάθε άλλο η παρέα μετά από αυτό χάλασε, δεν ήταν ποτέ ξανά το ίδιο.
Ήταν ο μικρότερος αδερφός μου και έπρεπε να τον προστατέψω. Μέχρι τη μέρα που πέθανε σε ανταλλαγή πυρών μαζί με τον Βλαντ και τον Νικήτα.”
Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα.
“Ο κύριος Π.... Αυτός σχεδίαζε για δικούς του λόγους την δολοφονία του Αντριέι και απλά με βρήκε και συμφωνήσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Εγώ θα ήμουν στο πεδίο και αυτός το μυαλό που θα σχεδίαζε τα πάντα.”
Όλα τα κομμάτια του παζλ στο μυαλό μου ενωθηκαν. Ο κύριος Π., η Μόϊρα.. Και οι δύο με είχαν προδώσει. Με είχαν προδώσει για προσωπικά τους κίνητρα.
“Εσύ ήσουν αυτή που σακάτεψε το πρόσωπό του; Τον είχαν πυροβολήσει τόσες φορές που στο τέλος, δεν γινόταν να καταλάβεις ποιος ήταν πριν τη δολοφονία του. Δεν υπήρχε τίποτα, ήταν μια άμορφη μάζα, όυτε μάτια, ούτε μύτη, ούτε στόμα. Εσύ το έκανες;”
Με ενα τρομακτικό θάρρος σηκώθηκε, με πλησίασε και μου απάντησε δυνατά.
“Ναι, εγώ το έκανα. Το άξιζε και θα το έκανα ξανά.”


(Augustine)