Replace

Sunday, 27 March 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ: "ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ", ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ


ΕΠΙΛΟΓΟΣ 


ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ


Ο ευγενικός κύριος με βοήθησε να σηκώσω τις βαλίτσες μου στο μικρό τρόλλεϊ και μιλώντας σε άπταιστα αγγλικά με οδήγησε στο δωμάτιο μου.
“Είστε πολύ τυχερή δεσπονίς που ήρθατε αυτή την περίοδο στο Άλτα. Η περιοχή Φίνμαρκ φιλοξενεί εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο αυτή την εποχή, βλέπετε είναι η περίοδος του μεταμεσονύχτιου ήλιου, δεν νυχτώνει ποτέ δηλαδή. Θα μαγευτείτε αν δεν το έχετε βιώσει ξανά.”
“Οχι, μόνο στα όνειρα μου, και είμαι σίγουρη ότι θα μαγευτώ. Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Άαγκαρντ. Το δωμάτιο θα το κρατήσω για περίπου τρεις μέρες.”
“Να είστε καλά κυρία Μένσικαφ. Από Μόσχα δεν είστε;”
“Ναι, από Μόσχα. Και μπορείτε να με φωνάζετε με το μικρό μου: Νατάλια.”
“Όμορφα, Νατάλια! Σήμερα στις δέκα θα γίνει κάτι σαν πάρτι στις ακτές της Άλταφιορδ. Δεν θα θέλατε να το χάσετε.”
“Σας ευχαριστώ πολύ, καλή συνέχεια!”
Έμεινα μόνη μου στο μικρό δωμάτιο και κοιτάζοντας την πανέμορφη θέα του νορβηγικού φιόρδ, η ανάμνηση του έφτασε σαν παλιρροιακό κύμα στο μυαλό μου. Μια ανάμνηση που ήθελα να αφήσω πίσω μου, μαζί με τις άλλες. Μια ανάμνηση που όσο και να προσπαθουσα να ξεχάσω, με στοίχειωνε κάθε στιγμή, από τότε που τον έχασα, δυο χρόνια πριν.

Φύγε επιτέλους! Θα συναντηθούμε εκεί που δεν δύει ποτέ ο ήλιος. Στο καταφύγιο μας.”

Εκείνη τη νύχτα στη Βουδαπέστη, τη νύχτα που είχε καταλάβει ότι η σχέση μας δεν θα είχε ποτέ ξανά αυτή τη φιλική χροιά της, την νύχτα που του αποκάλυψα πως μου άρεσε να με προκαλεί και να είναι δίπλα μου-- εκείνη τη νύχτα συμφωνήσαμε πως αν συμβεί κάτι, θα συναντηθούμε τη πρώτη μέρα του μεταμεσονύκτιου ήλιου, στην περιοχή Άλτα της Νορβηγίας.
Ήταν η δεύτερη φορά που επισκεφτόμουν τη πόλη με σκοπό να μπορέσω να τον δω ξανά. Δεν γνώριζα αν τελικά τον σκότωσα ή οχι – ήλπιζα πως όχι-- αλλα οι ελπίδες μου ήταν τόσο λιγοστές που με έκαναν να αναρωτιέμαι αν τελικά περίμενα να εμφανιστεί κάποιο φαντασμα.
Τελικά αυτή ήταν η κατάρα μου, να ζω το παρελθόν κάθε στιγμή. Να ζω περασμένες μνήμες και με άτομα που δεν υπάρχουν πια.
Τοποθετώντας την βαλίτσα μου στο μικρό κρεβάτι, αποφάσισα να κατέβω στην αγορά ώστε να αλλάξω λίγο παραστάσεις και να δω κόσμο. Οι επόμενες τρεις μέρες θα ήταν δύσκολες και έπρεπε κάπως να παραμείνω στα λογικά μου για να μην τρελαθώ από λαχτάρα.



Ο ουρανός ήταν καθαρός και τόσο μπλε, ενώ ο ήλιος φώτιζε τα πρόσωπά των περαστικών. Αν και έκανε λίγο κρύο, όλοι γύρω μου ήταν χαρούμενοι και γέλoυσαν δυνατά-- παρέες παιδιών, τουρίστες και ζευγαράκια με προσπερνούσαν με φωτεινά μάτια και όμορφα χαμόγελα.
Προχώρησα κατά μήκος των ξύλινων πάγκων και σταμάτησα μπροστά από ένα μικρό κουβούκλιο. Είχε μια πινακίδα με αγγλικό τίτλο: “ΘΕΣ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟ ΑΛΛΟ ΣΟΥ ΜΙΣΟ; Η ΜΑΡΙΑΜ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ!” ενώ μια κοπελίτσα μου έκανε νεύμα να μπω. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, έσκυψα και πέρασα την μικρή πορτούλα. Μπροστά μου, η αυτοαποκαλούμενη Μάριαμ καθισμένη ανακούρκουδα, διάβαζε το χέρι σε έναν άντρα και η κοπελίτσα που με ώθησε να μπω, έβαλε το δάχτυλο της στο στόμα της για να μην μιλήσω ακόμα.
“Εσύ νεαρέ, έχεις κάνει πολύ δρόμο και η μοίρα σου για έναν περίεργο λόγο φαίνεται σαν να σταματάει σήμερα. Δεν μπορώ να δω παραπάνω, λες και η μοίρα έχει πάρει σάρκα και οστά και δεν με αφήνει.”
Ο αντρας με τα σκούρα γυαλιά ηλίου χαμογέλασε και σηκώθηκε από το έδαφος ώστε να εξέλθει της καλύβας. Δεν μπόρεσα να δω το πρόσωπό του και δεν ασχολήθηκα περισσότερο μιας και η τσιγγάνα με φώναξε να κάτσω δίπλα της.
“Εσύ λοιπόν κοπελιά μου, έχεις περάσει πολύ δύσκολα. Δεν είσαι τρελή, μη το φοβάσαι αυτό, είσαι στο μέρος που έπρεπε να είσαι, την στιγμή που έπρεπε να είσαι. Δεν πρέπει να φοβάσαι τίποτα γιατί ο ήλιος πάντα θα σου χαμογελάει.”
'Εβγαλα το πορτοφόλι μου μα εκείνη με κοίταξε με τα κατάμαυρα μάτια της και μου είπε συνωμοτικά:
“Μη δίνεις τόσο έυκολα πράγματα στον ξένο κόσμο. Να τα δίνεις μόνο στον ήλιο σου.”
Και με αυτό, η κοπελίτσα με οδήγησε έξω, ενώ εγώ αναλογιζόμουν όσα μου είπε η τσιγγάνα. Ποτέ δεν πίστεψα στην ψευδοεπιστήμη, όμως ο διττός λόγος της άγγιξε ευαίσθητες χορδές μέσα μου. Λες και διάβασε τους φόβους και τις ελπίδες μου χωρίς να εννοήσει κάτι ξεκάθαρα. Λες και ήξερε τι είχα βιώσει, ήξερε πως αισθανόμουν και τους λόγους που είχα κάνει όσα είχα κάνει για να φτάσω ως εδώ.
Προχωρώντας ανάμεσα στις ορδές κόσμου, άνθρωποι που περπατούσαν μηχανικά, ξαφνικά έπεσα πάνω σε έναν ψηλότερο άντρα.
“Συγγνώμη, δεν πρόσεχα.”
“Μου το είπε η Μάριαμ ότι η μοίρα θα με έβρισκε, αλλά όχι ότι θα με ξενύχιαζε κιόλας.”
Η ζεστή και γνώριμη φωνή του ζωντάνεψε τα κύτταρα μου. Τινάχτηκα προς το πρόσωπό του και αν και τα σκούρα γυαλιά έκρυβαν τα μάτια του, αν και είχε αφήσει μούσι και μακριά μαλλιά, γνώριζα ότι ο άντρας μπροστά μου είχε κρατήσει την υπόσχεση του και είχε έρθει να με βρει.
“Θα σου απαντήσω όλες τις ερωτήσεις σου. Δεν ήταν ασφαλές να σου μιλήσω πέρσι. αν και ήμουν εδώ και σε έβλεπα από μακριά. Επίσης, χρησιμοποιείς το όνομα μου στα ξενοδοχεία που κλέινεις; Να το εκλάβω ως απόλυτη υποταγή απεναντί μου;”
Το γέλιο του ζέστανε την καρδιά μου και ανεπαίσθητα μπήκα στο παιχνίδι του.
“Να το λάβεις όπως θες. Ξέρεις όμως ότι δεν μου αρέσει να το παίρνεις πάνω σου.”
Χαμογέλασε και παρέβλεψε το τελευταίο σχολιό μου.
“Έχουμε να πουμε και να κάνουμε πολλά, και θέλω να πάω στο Άλταφιορδ.”
“Ακολούθησε με.”

Είπα και έσφιξα το χέρι του παρασέρνοντας τον μέσα από το πλήθος προς το καταφύγιο μας, εκεί που ο ήλιος δεν δύει ποτέ και πάντα μας χαμογελάει. 

~Augustine