Monday, 7 March 2016

SNEAK PEEK: "ΑΜΥ" ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ, ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΜΕΡΟΣ Α'





ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

(Φαντάσματα)


Ο φόβος είναι προϊόν της φαντασίας μας, 
ενώ το θάρρος των πράξεων μας. 

Μάριος Καρακατσάνης







α κλείσεις επιτέλους αυτό το φως; Σαν ανακριτικός προβολέας πέφτει μέσα στα μάτια μου, δεν μπορώ να κοιμηθώ, είπε με νυσταγμένο ύφος η Αμαρυλλίς στην αδελφή της δείχνοντας με έναν έντονο μορφασμό τον εκνευρισμό της.
-Αμάν όλο παράπονα είσαι! Ούτε ένα βιβλίο δεν μπορώ να διαβάσω μαζί σου. Είσαι η πιο σπαστική αδελφή τού κόσμου…
Και λέγοντας αυτά η μικρή Μελίνα έκλεισε απότομα το βιβλίο που διάβαζε αφήνοντάς το, ρουθουνίζοντας ελαφρά, στο κομοδίνο δίπλα της. Αμέσως μετά τέντωσε τα δάκτυλά της και πατώντας τον διακόπτη έκλεισε το φωτιστικό δίπλα της, εξαφανίζοντας αμέσως το έντονο πορτοκαλοκόκκινο φως του, βυθίζοντας το δωμάτιο στο απόλυτο σκοτάδι.
-Σπαστικιά ε, είπε η Αμαρυλλίς, μα πριν προλάβει να απαντήσει η Μελίνα τής πέταξε με δύναμη ένα μαξιλάρι στο πρόσωπο.
-Αυτό ήταν… Ήρθε το τέλος σου, φώναξε παιχνιδιάρικα η Μελίνα.
Και ξεσπώντας σε γέλια οι δύο αδελφές πετούσαν μαξιλάρια η μία στην άλλη γελώντας δυνατά και χοροπηδώντας με τα γόνατα πάνω στα κρεβάτια τους, κάνοντάς τα να τρίζουν μέσα στην σιωπή τής νύχτας.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα η μητέρα τους με ένα ύφος δήθεν αυστηρό, αλλά που ποτέ δεν έπειθε κανέναν. Η καλοσύνη της ήταν διάχυτη ό,τι έκφραση και αν έπαιρνε.
-Βρε αναίσθητες ο πατέρας σας κοιμάται! Θα ξυπνήσει νωρίς αύριο και τον ξυπνήσατε με τις φωνές σας! Κάντε λίγη ησυχία…
Και αφού κοιτάχτηκαν για λίγο όλοι μεταξύ τους μέσα στο λιγοστό φως που έφερνε η ανοικτή πόρτα, η μητέρα τους σήκωσε το δάκτυλο του δεξιού της χεριού βάζοντας το στα χείλη της, βγάζοντας έναν συρτό ήχο σαν «σσσσσσστ» και αμέσως μετά έκλεισε την πόρτα. Η Αμαρυλλίς κοίταξε την Μελίνα σφίγγοντας τα χείλη της και αμέσως ξέσπασαν και οι δυο τους σε γέλια.
-Σσσσσσσστ αναίσθητη! Θα ξυπνήσεις τον μπαμπά, επανέλαβε η Μελίνα, με μια φωνή γεμάτη καλοσύνη, την ίδια ακριβώς καλοσύνη που είχε και η μητέρα της.
Κάθε φορά που σε κοιτούσαν αυτοί οι δύο άνθρωποι ένιωθες μια αγαλλίαση μέσα σου. Ήξερες πως ό,τι και αν τους πεις, εκείνες θα σε άκουγαν πάντα με κατανόηση και πάντα θα είχαν μια ζεστή κουβέντα να σου πουν. Η Αμαρυλλίς ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ποιο σκληρή, πιο απρόσιτη, πιο εκδικητική. Αν κάποιος πείραζε την ίδια ή κάποιον που αγαπούσε, πάντα έβρισκε έναν τρόπο να του το ανταποδώσει και αν ήταν δυνατό και χειρότερα. Η Μελίνα συγχωρούσε, η Αμαρυλλίς εκδικούταν. Δυο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί, αλλά συγχρόνως και τόσο μοναδικοί. Η αγάπη που είχε η μία για την άλλη ήταν κάτι που τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Μεγάλωσαν κυριολεκτικά μαζί μιας και είχαν μόνο δύο χρόνια διαφορά ηλικίας, πολλές φορές μοιράζονταν τα πάντα μεταξύ τους και μεγαλώνοντας απολάμβαναν τους ατελείωτους περιπάτους στις υπέροχες καταγάλανες Ροδίτικες παραλίες. Αυτό όμως που πραγματικά λάτρευαν, ήταν οι βόλτες τους στα μοναδικά ατμοσφαιρικά κάστρα τού μαγευτικού νησιού τους. Τις εξίταραν από μικρές οι ιστορίες που άκουγαν για τα φαντάσματα των ιπποτών, αλλά και οι ιστορίες των ενεργειακά φορτισμένων σημείων μέσα στα αρχαία κάστρα. Πάντα ένιωθαν ιδιαίτερα στα μέρη αυτά.
Η Αμαρυλλίς ως μεγαλύτερη ένιωθε ότι έπρεπε να προσέχει την αδελφή της. Είχε αναλάβει αβίαστα ένα ρόλο που η αλήθεια είναι ότι πέρα από την αδελφική αγάπη που ένιωθε, το έκανε και από προσωπική ευχαρίστηση. Έτσι ήταν ο χαρακτήρας της. Η Μελίνα ήταν πάντα εύκολος στόχος για τα πειραχτήρια τού σχολείου, οπότε η Αμαρυλλίς είχε πάντα την καλύτερη ευκαιρία να πονέσει αυτούς που εκείνη θεωρούσε ότι το άξιζαν.
Όπως εκείνη την μέρα στο προαύλιο του σχολείου, δεκαοχτώ χρονών η ίδια δεκαέξι η αδελφή της. Η Μελίνα καθόταν ήσυχη πάνω σε ένα πεζούλι και διάβαζε το αγαπημένο της βιβλίο. Από μικρή είχε μια αρρωστημένη μανία με τα βιβλία, ενώ η Αμαρυλλίς τα χαρακτήριζε ως "χάσιμο χρόνου". Έτσι προτιμούσε να δει λίγη τηλεόραση ή να πάει καμιά βόλτα παρά να φανταστεί τον εαυτό της να κάθετε μουγκή και να διαβάζει ένα βιβλίο. Ποτέ όμως δεν κατηγόρησε την αδελφή της που το έκανε αυτό, ποτέ δεν προσπάθησε να της το αλλάξει. Πάντα ήταν μαζί της σε ό,τι και αν έκανε ακόμα και όταν δεν συμφωνούσε. Έλεγε την προσωπική της γνώμη και αυτό μόνο εφόσον κάποιος την ρωτούσε.
Όπως καθόταν λοιπόν στο πεζούλι, την πλησίασε ένα αγόρι και χωρίς να βγάλει κουβέντα, πέταξε επάνω της ένα ανοικτό μπουκάλι με νερό, βρέχοντας και καταστρέφοντας μερικές σελίδες από το βιβλίο που κράταγε, κάνοντας χάλια και την ίδια.
-Εεεε, γιατί το έκανες αυτό;
Τον ρώτησε πετώντας το βιβλίο κάτω, ενώ συγχρόνως κοιτούσε την βρεγμένη μπλούζα και το τζιν της. Ήταν χειμώνας και ένιωσε μια έντονη ψύχρα να την κατακλύζει κάνοντάς την να ανατριχιάσει. Ενστικτωδώς σήκωσε το χέρι και με τα δυο της δάκτυλα προσπάθησε να τραβήξει την κολλημένη μπλούζα από πάνω της. Τον κοίταξε πάλι και με απορημένο ύφος τον ρώτησε:
-Τι πρόβλημα έχεις;
-Τίποτα! Απλά μπορούσα και το έκανα! Κάθεσαι σαν χαζή εδώ και διαβάζεις την βλακεία σου. Τι είσαι καθυστερημένο;
-Σε ενόχλησα;
Μα πριν προλάβει να εκφράσει την σκέψη της και φυσικά πριν απαντήσει το αγόρι τους διέκοψε μια άγρια επιβλητική φωνή.
-Ναι… Σε ενόχλησε;
Άκουσε το αγόρι μια γυναικεία φωνή να τον ρωτά πίσω από την πλάτη του. Ξαφνιασμένο γύρισε απότομα και αντίκρισε την κατά πολύ ψηλότερή του Αμαρυλλίς. Η Μελίνα σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε την αδελφή της κάνοντάς της νόημα να μην κάνει τίποτα.
-Μη… της ξέφυγε ικετευτικά από το στόμα σαν ένας ψίθυρος.
Μα η Αμαρυλλίς δεν την κοιτούσε καν.
-Λοιπόν; Θα μου απαντήσεις;
Τον ρώτησε και άρχισε να τρέμει από τα νεύρα της.
-Σε τι να σου απαντήσω; Και ποια είσαι εσύ πρώτα από όλα;
Της απευθύνθηκε με μια δόση μαγκιάς, αλλά και ειρωνείας.
-Η τιμωρία σου, ούρλιαξε μπροστά στο πρόσωπο του.
Και πριν προλάβει καν να αντιδράσει τον αρπάζει από τον σβέρκο κάνοντας τον σχεδόν να γονατίσει.
-Άμυ σε παρακαλώ, της φώναξε η Μελίνα, που σηκώθηκε όρθια γρήγορα.
Μα ήταν ήδη αργά. Η Αμαρυλλίς σχεδόν σέρνοντας τον πήγε στης μαρμάρινες γούρνες τού σχολείου και όπως ήταν χαμηλές η μία ενωμένη με την άλλη, τον έσπρωξε μέσα αφήνοντας τον μισό ξαπλωμένο μέσα σε αυτές. Το αγόρι σε όλη τη διάρκεια φώναζε πως είναι τρελή και να τον αφήσει ήσυχο μα κανείς δεν τον άκουγε. Όλοι κοιτούσαν αποσβολωμένοι και αμέτοχοι. Η Αμαρυλλίς εντελώς ανέκφραστη άνοιξε όλες τις βρύσες που ήταν στην σειρά κάνοντάς τον κυριολεκτικά μπάνιο.
-Σε περίπτωση που αναρωτιέσαι τίποτα η απάντηση είναι «Επειδή μπορώ… μαλάκα...>>
Και λέγοντάς του αυτό σηκώθηκε και έφυγε κλείνοντας πονηρά το μάτι στην αδελφή της που την κοιτούσε σαστισμένη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά ποτέ δεν μπορούσε να το συνηθίσει.
Το αγόρι ντροπιασμένο βγήκε από την γούρνα και με κατεβασμένο το κεφάλι έφυγε από το προαύλιο ακούγοντας μερικά γέλια εις βάρος του. Η Μελίνα κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε, ενώ συγχρόνως έβγαλε μια βαθιά ανάσα απόγνωσης δείχνοντας συγχρόνως και τον προβληματισμό της. Και σηκώνοντας από κάτω το σκονισμένο και σκισμένο βιβλίο της έκατσε ξανά στο πεζούλι της.
Όλη της η ζωή ήταν πάντα έτσι, ακόμα και τώρα που είναι μια γυναίκα είκοσι τεσσάρων ετών παραμένει προστατευμένη υπό τις τεράστιες φτερούγες τής αδελφής της. Απλά τώρα δεν είναι τόσο έντονο γιατί διάλεξαν διαφορετικό δρόμο σπουδών και απομακρύνθηκαν για λίγο.
Αν και σπουδάζουν και οι δυο στην Αθήνα καθότι ήταν άριστες μαθήτριες, ωστόσο οι σχολές τους είναι αρκετά μακριά η μία από την άλλη. Όσο όμως ήταν μαζί δεν ένιωσε ποτέ ότι ήταν η σκιά της. Όταν έφτασαν στο σημείο να αποδεχτεί η μια την προσωπικότητα της άλλης, τότε πλέον κατάλαβαν ότι πολύ απλά αλληλοσυμπληρώνονταν.
Η Μελίνα ήταν η ήρεμη φωνή τής Αμαρυλλίς, τα υπέροχα βράδια τής εφηβείας τους που έμεναν ακόμα στο πατρικό τους, στο ίδιο υπνοδωμάτιο, καθόταν και της μιλούσε για ώρες μέχρι να κοιμηθούν, κάνοντας την να ηρεμεί και να γαληνεύει. Ενώ η Αμαρυλλίς ο φύλακας άγγελός της, η ψυχρή λογική τής έννοιας “δικαιοσύνη”, όπως βέβαια την αντιλαμβανόταν εκείνη.
Με τα αγόρια η Αμαρυλλίς ή αλλιώς Άμυ, όπως άρεσε να την φωνάζει η αδελφή της, ήταν πάντα πιο τυχερή. O δυναμικός χαρακτήρας της σε συνδυασμό και με την ομορφιά της, τράβαγε σα μαγνήτης το αντίθετο φύλο. Τα έντονα μελαχρινά χαρακτηριστικά της, σε αντίθεση με τα πανέμορφα εκφραστικά γαλανά μάτια της δεν την άφηναν ποτέ να περνάει απαρατήρητη.
Ειδικά όταν άφηνε τα ολόισια μαλλιά της ελεύθερα να ανεμίζουν καθώς περπατούσε κουνώντας πολύ απαλά σχεδόν αισθησιακά το πανύψηλο ντελικάτο κορμί της, έμοιαζε με αρχαία ιέρεια έτοιμη να γοητέψει κάθε αθώο πλάσμα που θα έπεφτε στον δρόμο της. Όχι ότι και η Μελίνα πήγαινε πίσω, το ίδιο υπέροχη ήταν και εκείνη, ειδικά όταν φορούσε τα λευκά λινά φορέματά της σε αντίθεση με την αδελφής της που προτιμούσε κυρίως το μαύρο ή το γκρι.
Η Μελίνα δεν είχε το ύψος τής αδελφής της. Γενικά ήταν πιο μικροκαμωμένη και πιο ευαίσθητη σωματικά, αλλά και ψυχικά. Ωστόσο δεν ήταν τόσο εύθραυστη όσο έδειχνε. Απεναντίας, διέθετε μια ήρεμη δύναμη, που από δικιά της επιλογή κράταγε καλά δαμασμένη και μαζί με αυτή, δάμαζε και ό,τι θα μπορούσε να της φέρει σύγχυση. Εκτός από την αδελφή της. Η Άμυ ήταν ο μόνος άνθρωπος στην ζωή της που μπορούσε να την εκνευρίσει.
Τα ξανθιά κοντά μαλλιά της και το εξίσου λυγερόκορμο κορμί με της αδελφής της, ενώ την έκαναν πολύ ελκυστική, τα αγόρια απομακρύνονταν γρήγορα από κοντά της όχι μόνο λόγω τής πραότητας του χαρακτήρα της που την έκανε να τους φαντάζει βαρετή, αλλά και εξ αιτίας της Άμυ, που τους συμπεριφέρονταν σαν να ήταν σίγουρη ότι θα πληγώσουν την αδελφή της. Ποτέ όμως δεν της παραπονέθηκε. Πίστευε ότι αν βρισκόταν ο κατάλληλος δεν θα την ένιωθε ποτέ βαρετή και κυρίως δε θα φοβόταν την Άμυ.
Και με αυτές τις σκέψεις περνούσε η ζωή τους ήρεμα, αλλά και με ένταση. Με φωνές, αλλά και σιωπές. Και πραγματικά απολάμβαναν την κάθε στιγμή σαν να ήταν η μοναδική.







Την επόμενη μέρα η Άμυ ξύπνησε νωρίς για να απολαύσει μετά από τόσο καιρό την υπέροχη ανατολή που τόσο πολύ της είχε λείψει. Άλλωστε είχε μήνες να ξυπνήσει στο πατρικό κρεβάτι με την αδελφή της πλάι. Η φοιτητική ζωή τις κρατούσε μακριά. Όχι μόνο από το νησί, αλλά και μεταξύ τους. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της, κοίταξε την αδελφή της που κοιμόταν ακόμα και αφού ντύθηκε προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει κατέβηκε στην κουζίνα. Η μητέρα της βρισκόταν ήδη εκεί, καθισμένη στο στρογγυλό ξύλινο τραπέζι, απολαμβάνοντας μια ρουφηξιά καφέ.
-Καλημέρα μαμά, της απευθύνθηκε κεφάτη καθώς άνοιγε το ψυγείο για να πάρει τον χυμό από μέσα.
-Καλημέρα Αμαρυλλίς, πώς κοιμήθηκες, την ρώτησε με λίγο περιπαικτικό ύφος καθώς άφηνε το φλιτζάνι τού καφέ απαλά πάνω στο τραπέζι.
-Ξέρω που το πας! Σε ξέρω εγώ! Εντάξει, εντάξει συγνώμη! Αλήθεια! Δεν θέλαμε να σας ξυπνήσουμε, είπε χαμογελώντας. Και παίρνοντας ένα ποτήρι από το ντουλάπι το γέμισε με χυμό.
Σχεδόν αμέσως μπήκε αγουροξυπνημένη και η Μελίνα φορώντας ακόμα τις πιτζάμες της και ελευθερώνοντας ένα ελαφρύ χασμουρητό τους καλημέρισε.
-Τι συζητάτε εσείς τόσο πρωί, τους ρώτησε αμέσως μετά.
-Ε… δεν ξέρεις τώρα… Η μαμά κάνει παράπονα για χτες, αλλά με πλάγιο τρόπο, απάντησε η Άμυ χαμογελώντας και αδειάζοντας το ποτήρι που είχε μπροστά της με τον χυμό.
-Συγνώμη μανούλα για χτες, ο μπαμπάς ξανακοιμήθηκε; Ξύπνησε καλά το πρωί; τη ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον η Μελίνα.
-Ναι όλα καλά, απλά σας παρακαλώ να είστε πιο προσεκτικές. Μεγάλες γυναίκες είστε πλέον! Εγώ πρέπει να σας τα λέω αυτά; τους είπε προσπαθώντας να τις επιπλήξει, κοιτάζοντας αυστηρά και τις δυο.
Αλλά ήξερε πως δεν ήταν πλασμένη για κάτι τέτοιο. Όπως ήξερε και ότι οι κόρες της καταλάβαιναν πάντα ό,τι ήθελε να τους πει ασχέτως από τον τρόπο που το έκανε.
-Έχεις δίκιο μαμά, χίλια συγνώμη, σου υπόσχομαι ότι δε θα ξανασυμβεί!
Και λέγοντας αυτό την πλησίασε και την πήρε μια τεράστια ζεστή αγκαλιά δίνοντάς της και ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Χαμογελώντας στοργικά η μητέρα τής χάιδεψε το κεφάλι όπως ήταν γερμένο στον ώμο της, ενώ με το άλλο χέρι χάιδεψε τα μαλλιά τής Άμυ που καθόταν μπροστά τους γεμίζοντας ξανά το ποτήρι της με χυμό.
-Το ξέρω αγάπες μου, το ξέρω! Είστε οι καλύτερες κόρες που θα μπορούσε να έχει ποτέ ένας γονιός. Δεν έχω κάτι άλλο να ζητήσω από τον Θεό, αν θέλει ας με πάρει και τώρα. Ευτυχισμένη θα φύγω.
-Μαμά τι βλακείες λες πρωινιάτικα! Αν είναι δυνατόν… έκανε τρομαγμένη η Μελίνα σφίγγοντας την περισσότερο στην αγκαλιά της.
-Αμάν βρε μάνα… Είσαι ιδανική για να κάνεις τους ανθρώπους χαρούμενους! Να το κάνεις επάγγελμα, το έχεις, απάντησε περιπαικτικά και η Άμυ καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι.
Και αφού πήγε στον νεροχύτη να ξεπλύνει το ποτήρι της, άνοιξε ξανά το ψυγείο να κρύψει τον χυμό, αλλά και για να πάρει μερικά υλικά για να φτιάξει τοστ.
-Μα γιατί τι είπα! Νόμιζα ότι θα χαιρόσασταν με αυτό! Εννοώ…
-ΜΑΜΑ!!! φώναξαν και οι δύο συγχρόνως διακόπτοντας την.
-Άσ’ το μην το συνεχίζεις!!! Το κάνεις χειρότερα, συνέχισε γελώντας η Άμυ.
-Τι ώρα θα γυρίσει ο μπαμπάς σήμερα, ρώτησε η Μελίνα καθώς πήγαινε και εκείνη στο ψυγείο να βάλει κάτι να πιει.
Η Άμυ στεκόταν πάνω από τον πάγκο έτοιμη να βγάλει το πρώτο ψημένο τοστ της από την τοστιέρα.
-Το μεσημέρι θα έρθει, δε θα αργήσει! Γιατί σας έχουμε μια υπέροχη έκπληξη για σήμερα!!! Θα πάμε εκδρομή στο κάστρο τού Αρχαγγέλου! Την τελευταία φορά που είχαμε πάει ήσασταν τόσο δα κοριτσάκια… Μα τώρα μεγαλώσατε, γίνατε φοιτήτριες και σας χάσαμε, αχ κοριτσάκια μου πόσο πολύ μας λείψατε! Ο πατέρας σας ειδικά να δείτε χαρά, όταν έμαθε ότι θα έρθετε εδώ να κάνουμε διακοπές όλοι μαζί. Σαν μωρό παιδί έκανε.
Χτες επειδή φτάσατε αργά δεν σας χόρτασε, για αυτό σήμερα είπε να φύγει νωρίτερα από την δουλειά και να περάσουμε όλοι μαζί την υπόλοιπη μέρα ξανά ως οικογένεια. Οικονομικό πρόβλημα δεν είχαμε ποτέ, δόξα το Θεό, ο πατέρας σας βγάζει αρκετά χρήματα για να σας σπουδάσουμε, αλλά και για την προίκα σας. Για εσάς τα φυλάει όλα! Το ξέρετε πόσο σας αγαπάμε έτσι δεν είναι;
-Μα φυσικά μαμά, τι είναι αυτά που ρωτάς, απόρησε η Μελίνα.
-Μα τι σε έχει πιάσει σήμερα βρε μάνα! Κάνεις λες και δεν θα μας ξαναδείς. Εμείς ήρθαμε εδώ να σας δούμε γιατί σας πεθυμήσαμε και εσένα σε έχουν πιάσει οι μελοδραματισμοί, της αποκρίθηκε η Άμυ με μια δόση αγανάκτησης.
Και στρέφοντας το βλέμμα της προς την Μελίνα την ρώτησε:
-Έχεις όρεξη να πάμε μια βόλτα στην παραλία; Την πεθύμησα! Στην σχολή όλες οι φίλες μου μιλούσαν για τις ακρογιαλιές μας που διάβαζαν στο ίντερνετ και εγώ αναπολούσα την ομορφιά στην οποία μεγάλωσα και θεώρησα τόσο δεδομένη όταν ήμουν μικρή…… Σχεδόν δεν την παρατηρούσα.
-Και το ρωτάς! Φύγαμε!!!!
Γεμάτες ενθουσιασμό έτρεξαν πίσω στα δωμάτια τους για να ετοιμαστούν.
-Μην αργήσετε κορίτσια κατά τις δύο θα είναι εδώ ο πατέρας σας, τους φώναξε η μητέρα τους.

-Και να προσέχετε, συμπλήρωσε αμέσως μετά.



Για να διαβάσετε το δεύτερο μέρος, πατήστε εδώ