Replace

Monday, 14 March 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ: ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ, ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


"ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ" 



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 





Τα χέρια του άγγιξαν την μέση μου και με έσπρωξε πάνω του. Χωρίς να πάρει τα λαδί μάτια του από τα δικά μου, έφερε το δεξί του χέρι κάτω από το πηγούνι μου και με ανάγκασε να σηκωθώ στις μύτες και να πλησιάσω περισσότερο το πρόσωπό του. Τα χείλη μας βρίσκονταν εκατοστά μακριά.
“Κριστόφ, όχι.”
“Νομίζεις ότι δεν έχω καταλάβει πως αισθάνεσαι πραγματικά;” είπε και χάϊδεψε αργά το μάγουλο μου.
“Είδα πως με κοιτούσες όταν έκανα έρωτα με την Άννα τις προάλλες.”
“Το γεγονός ότι σας κοιτούσα, δεν σημαίνει ότι ήθελα κάτι παραπάνω από εσένα.”
Πείσμωσα και έστριψα το βλέμμα μου ώστε να μην αντικρύζω το δικό του.
“Και γιατί αμέσως μετά κλείστηκες στο δωμάτιο σου και έβγαζες σιγανές κραυγές;”
Ένιωσα αίμα να θερμαίνει τα μάγουλα μου ενώ τα χείλια μου μισάνοιξαν βγάζοντας έναν δυνατό ήχο ξαφνιασμού.
“Δεν σου πέφτει λόγος! Άσε... άσε με να φύγω τώρα!”
Αν και έκανε μερικά μέτρα πίσω δεν άφησε τα χέρια μου. Αντίθετα έπιασε τους καρπούς μου και τους στερέωσε στο στέρνο του.
“Δεν μπορώ να καταλάβω που βρίσκεις το πρόβλημα Μόϊρα! Εσύ και εγώ, γιατί όχι;”
“Γιατί.. Απλά δεν γίνεται Κριστόφ! Τι μου ζητάς, να μπλέξω την δουλειά με τα αισθηματικά; Δεν μπορώ να κάνω αυτό το λάθος.”
Απομακρύνθηκα αργά, αλλά άκουσα τα βαριά βήματα του να με ακολουθούν. Βγήκα στην εξωτερική αυλή του εγκαταλελειμμένου σπιτιού και κάλυψα το πρόσωπό μου με τα χέρια μου. Εκείνος σταμάτησε πίσω μου και έσφιξε τους ώμους μου.
“Ξέρεις ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα. Ξέρεις ότι από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα, με είχες κερδίσει. Και πέρα από όσες δουλειές να φέραμε εις πέρας μαζί, δεν ξεχνάω τις ματιές που μου ρίχνεις όταν μένουμε μόνοι μας εδώ.”
Ξεφύσηξα δυνατά και τον άφησα να μου κάνει μασάζ τους ώμους. Σκεφτόμουν υπερβολικά πολύ-- όσο και να ήθελα, όπως και να ένιωθα, δεν έπρεπε να αφήσω την κατάσταση να ξεφύγει περισσότερο.
Όμως τα χέρια του κατέβηκαν από τους ώμους μου και ταξίδεψαν χαμηλά στην κοιλιά μου. Με κόλλησε πάνω του και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κλείσω τα μάτια μου και να σκεφτώ το άγγιγμα του σε απόκρυφα σημεία.
Ανέπνεε στον λαιμό μου, ενώ το δεξί του χέρι κατέβηκε πιο χαμηλά και πέρασε μέσα από το μαύρο φόρεμα μου.
Τον σταμάτησα απότομα πριν μπορέσει να με νιώσει, και χωρίς να τον κοιτάξω του ψιθύρισα:
“Δεν σημαίνει τίποτα αυτό, έτσι; Όλα θα είναι το ίδιο αύριο, έτσι;”
Δεν κουνήθηκε και ενιωσα το σώμα του να τεντώνεται και τα δάχτυλα του να μαζεύονται. Με γύρισε ώστε να με βλέπει και με ένα θυμό που ποτέ άλλωτε δεν ήξερα ότι μπορούσε να εκφράσει, μου φώναξε δυνατά.
“Δεν μπορώ να σε καταλάβω Μόϊρα. Αδυνατώ να κατανοήσω τι τρέχει στο μυαλό σου! Με θες, με γουστάρεις, το ξέρω και το ξέρεις. Σε θέλω και εγώ, αν είναι δυνατόν από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα, τότε που με κοίταξες από πάνω μέχρι κάτω και γέλασες δυνατά για τον νέο σου συνεργάτη, που η πρώτη σου λέξη για μένα ήταν “Υπερφίαλε”! Σε θέλω από την πρώτη στιγμή που τόλμησες να αμφισβητήσεις την τεχνική μου με τα δύο αυτόματα και από εκείνη τη φορά που παραλίγο να με μαχαιρώσεις επειδή δεν έκανα σωστά τη δουλειά μου. Είσαι τρελή, είσαι εγωίστρια, είσαι υπερβολική αλλά πάντα γνώριζα ότι για εμένα ήσουν η ιδανική. Και εσύ έρχεσαι και μου λες ότι αν γίνει κάτι μεταξύ μας, δεν θα σημαίνει τίποτα;”
Αναστέναξε δυνατά και σήκωσε τα χέρια του ψηλά.
“Σε ξέρω εδώ και ένα χρόνο, σε έχω δει στα άσχημα και στα καλά σου, σε έχω δει να φωνάζεις, να βρίζεις, να κλαις και να σπας γύρω σου πράγματα χωρίς λόγο, σε έχω δει να σκοτώνεις χωρίς λόγο επειδή κάποιος σε προκάλεσε, έχω καλύψει τα λάθη σου άπειρες φορές και έρχεσαι τώρα, εδώ, αυτή τη στιγμή, να μου πεις ότι θες να μην σημαίνει τίποτα ό,τι γίνει μεταξύ μας;”
Σταμάτησε να πάρει μερικές κοφτές ανάσες και παρέμεινε σιωπηλός περιμένοντας την απάντηση μου.
Μια απάντηση που δεν γινόταν να την έχει. Γιατί αν του έλεγα τα πάντα, από την αρχή και όπως είχαν, αν τολμούσα να αθετήσω την υπόσχεση που έχω δώσει στον άλλον και του αποκαλύψω τον λόγο που είμασταν συνεργάτες, δεν θα μου μιλούσε ποτέ ξανά. Άντεχα να κοιμόμασταν σε διαφορετικά κρεβάτια. Δεν θα άντεχα όμως να μην τον έβλεπα ποτέ ξανά. Τον είχα μάθει, τον γνώριζα καλά, τον είχα συνηθίσει και έτσι απλά τον είχα ερωτευτεί. Κάθε βράδυ τον σκεφτόμουν και κάθε βραδύ δάγκωνα τα χείλια μου από πάθος, φόβο και δειλία-- δεν μπορούσα να τον έχω και αυτό με πλήγωνε όσο περισσότερο στον κόσμο.
Ξαφνικά έτρεξε προς το μέρος μου και με στρίμωξε στον ξύλινο τοίχο που περιέφραζε την αυλή. Προτού κάν προλάβει να φέρει το στόμα του στο δικό μου, έβγαλα το μαχαίρι του από την ζώνη του και σημάδεψα την καρωτίδα του.
“Μισό βήμα ακόμα και σε σκότωσα.”
Χαμογέλασε και λέγοντας κάτι που δεν καταλάβα έφερε τα χείλια του στα δικά μου. Απαλά, δειλά και με ντροπή. Το φιλί του άνοιξε το κουτί της Πανδώρας μέσα μου και αυτόματα τον φίλησα πίσω, δαγκώνοντας τα χείλια του, παίζοντας με την γλώσσα του και κολλώντας το κορμί μου πάνω του. Κατέβασε με το χέρι του το μαχαίρι από τον λαιμό του και χωρίς να ξεκολλήσει τα στόματα μας, στερέωσε τα πόδια μου γύρω από τη μέση του. Η ψυχή μου είχε σπάσει σε χίλια κομμάτια και με κάθε φιλί του την ένωνε ξανά.
Με φιλούσε με πάθος και εγώ ανταπέδιδα, με φιλούσε με τόλμη και εγώ τον δάγκωνα, τραβούσα τα μαλλιά του και εκείνος προσπαθούσε να κρατήσει τα χέρια μου σταθερά. Ήταν ένα παιχνίδι επιβολής, ένα παιχνίδι που ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε. Ήταν το παιχνίδι μας και είχαμε μυηθεί ολοκληρωτικά σε αυτό.
Το φιλί του ήταν ζεστό, τα χέρια του ήταν σταθερά, το σώμα του κολλημένο στο δικό μου. Τα χέρια μας είχαν τυλιχθεί, οι ανάσες είχαν συγχρονιστεί και οι καρδιές μας χτυπούσαν στο ίδιο ρυθμό.
Ο Κριστόφ απομακρύνθηκε πρώτος και με έφερε στη πραγματικότητα με δυο του λέξεις.
“Πάμε μέσα.”
Είδα την ανάγκη στα μάτια του, την ανάγκη να είναι μαζί μου, μια ανάγκη που την είχα καταλάβει εδώ και ένα χρόνο, αλλά διάλεγα να μην την παραδεχτώ μέχρι τώρα. Το σκούρο βλέμμα του με προκαλούσε συνεχώς για έναν γύρο θανατού, μια ρώσικη ρουλέττα στο όνομα του έρωτα μεταξύ μας.
Όμως εδώ μιλούσαμε για τον Κριστόφ, τον πιο εκνευριστικά εγωιστή άντρα που έχω γνωρίσει ποτέ, τον πιο αποτελεσματικό δολοφόνο που έχω συνεργαστεί ποτέ και την πιο ευαίσθητη ψυχή που έμαθα ποτέ. Ήταν ένας τόσο ιδιαίτερος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που εκείνη τη στιγμή με παρακαλούσε να κάνω το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
“Πάμε μέσα, Μόϊρα. Και σε παρακαλώ, βγάλε τα όπλα σου. Δεν θέλω ατυχήματα στο κρεβάτι.”
Χαμογέλασε και ένευσε προς τους γοφούς μου. Χαμογέλασα και εγώ και χωρίς να χάσω την ματιά του, αφαίρεσα τα δύο μαχαίρια κάτω από το φουστάνι μου και τον μικρό, καλά κρυμμένο σουγιά από τον αστράγαλο μου. Του τα παρέδωσα και ξεκίνησα προς το εσωτερικό του απομονωμένου διαμερίσματος. Εκείνος με ακολούθησε σε ασφαλή απόσταση.
Όλα τα όπλα είχαν αφαιρεθεί. Με είχε αφήσει άοπλη και ήμουν έτοιμη να κάνω έρωτα μαζί του-- ήμουν έτοιμη να τα πετάξω όλα στον αέρα γιατί έτυχε να τον ερωτευτώ.
Αν καταφέρεις και πάρεις αυτόν τον σουγιά... Στοίχημα ότι κρύβει όπλο στο συρτάρι δίπλα από το κρεβάτι του.
Σταμάτησα τις σκέψεις μου, δεν γινόταν να κάνω πίσω τώρα. Αν έκανα, θα καταλάβαινε ότι κάτι περισσότερο έτρεχε πέρα από τον δικό μου δισταγμό.
Αφού φτάσαμε στη μέση του σαλονιού, γύρισα απότομα και τον αντίκρυσα. Αρκετά ψηλότερος από εμένα και γεροδεμένος, το πρόσωπό του είχε πάρει αυτό το εκνευριστικό ύφος που έπαιρνε πάντα όταν κατάφερνε να κατακτήσει κάτι.
“Ξέρεις ότι είσαι τόσο εγωιστής και ανώριμος που ώρες-ώρες θέλω να σου δώσω μπουνιά.”
“Ναι, το ξέρω και το έχεις κάνει ήδη στην αποστολή για τον Βούλγαρο τυχοδιώκτη στη Ρώμη.”
“Ξέρεις λοιπόν ότι δεν θα διστάσω να το κάνω αν συνεχίσεις και έχεις αυτό το υφάκι σου.”
“Ποιο υφάκι;” χαμογέλασε και συνέχισε να με προκαλεί με το βλέμμα του.
“Το υφάκι που παίρνεις όποτε φέρνεις καινούργια κοπέλα στο σπιτι και μετά δεν της μιλάς ποτέ ξανα. Αν μπλέξεις μαζί μου, δεν θα ξεφύγεις τόσο εύκολα.”
Ξαφνικά σοβάρεψε και με πλησιάσε περισσότερο. Έπιασε τα χέρια μου και τα έφερε στο πρόσωπό του.
“Έχω μάθει περισσότερο από το να σε εκνευρίζω. Ξέρω καλά πόσο femme fatale μπορείς να γίνεις-- κυριολεκτικά.”
“Δεν με εκνευρίζεις απλά. Με κάνεις να αισθάνομαι ηλίθια που σε--”
“Που με;”
“Τίποτα, άστο.”
“Τέλιωσε την πρόταση σου. Που με;”
Ο Κριστόφ δεν άλλαξε στάση σώματος και όσο και να ήθελα να φύγω ήξερα ότι είχε υπολογίσει κάθε μου κίνηση προτού την σκεφτώ εγώ. Βρισκόταν μπροστά μου και είχε μπλοκάρει την μοναδική έξοδο προς την αυλή. Αν και ήταν άριστος στη μάχη σώμα με σώμα, πάντα τον νικούσα στην προπόνηση μιας και όντας πιο ευέλικτη ήμουν και πιο ευκίνητη.
“Δεν θα κάνεις ότι κάνεις πάντα. Δεν θα ξεγλιστρήσεις από εμένα πια. Ξέχασε τα παλιά.”
“Δεν θα σταματήσει ποτέ όλο αυτό να είναι και ένας διαγωνισμός μεταξύ μας ε;”
“Πάρτο όπως θες, είσαι η μοναδική αντίπαλος που μπορεί να σταθεί ισάξια απέναντι μου.”
Χαμογέλασα ανεπαίσθητα και πήρα μια βαθιά ανάσα.
“Κριστόφ, σε ξέρω σχεδόν δώδεκα μήνες. Ό,τι γίνει σήμερα δεν μπορεί να αλλάξει.”
“Εγώ θέλω να ξέρω αν εσύ το θες. Το θες; Με θες;”
Όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Θέλω να σε φιλήσω με όλο μου το είναι και να κάνουμε έρωτα ως το πρωί.
“Εσύ τι νομίζεις;”
“Ότι υπεκφέυγεις. Όπως πάντα.”
Εμποδίζοντας κάθε αντίθετη σκέψη, τον έφερα στο στόμα μου και ξεκίνησα να τον φιλώ ενώ ταυτόχρονα τον οδηγούσα στο δωμάτιο του. Εκείνος ανταπέδωσε με ορμή και πάθος ενώ καθόλη τη διάρκεια προσπαθούσε να βγάλει τα ρούχα μας.
Τον έριξα στο κρεβάτι και τον κλείδωσα με τους γοφούς μου.
“Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές σε είχα ονειρευτεί. Αυτοί οι υπέροχοι γοφοί να με πιέζουν και τα μαλλιά σου να χαϊδευουν την μύτη μου.”
Γέλασα δυνατά και ανταπέδωσα.
“Κόψε τις χαζορομαντικές βλακείες. Με μένα μιλάς.”
Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δεν θα με αφήσω να αισθανθώ κάτι παραπάνω, πέρα από την λαγνεία και την διέργεση της στιγμής. Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιο φάνταζε αδιανόητο και θα έπρεπε να ήξερα καλύτερα μιας και ένιωθα λες και έκανα πρώτη φορά έρωτα. 
Κρατώντας τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του, άρχισα να τον φιλάω κατά μήκος του θώρακα του. Εκείνος ανέσαινε βαριά και με άφησε να φτάσω μέχρι το πέος του. Είχε ήδη διογκωθεί ενώ ήμουν σίγουρος πως και εκείνος μπορούσε να αισθανθεί την δική μου διέργεση. 
Χωρίς καν να το καταλάβω, με αναποδογύρισε και ήρθε από πάνω μου. Με έσπρωξε προς το κεφάλι του κρεβατιού, στερέωσε τους καρπούς μου στον ξύλινο σκελετό και παγίδευσε τα πόδια μου κάτω από τα δικά του.
“Πρόκληση δεν ήθελες; Θα την έχεις.”
Και έτσι όπως με έκανε δική του εξερευνόντας κάθε μέρος του σώματος μου, διεκδικώντας κάθε αναστεναγμό μου, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι πως το δέρμα του έβγαζε φλόγες πάνω στο δικό μου.
“Σ'έχω ερωτευτεί.”

(Augustine)

Αν σας άρεσε και θέλετε να διαβάσετε και άλλο, βρείτε εδώ τη συνέχεια.