Sunday, 1 May 2016

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ", ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ
 ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



“Μπα μπα, έφερε καινούργια ο βασιλιάς;”
“Και τι καινούργια, χαρά στο πράμα. Από που είσαι εσύ, κουκλάρα μου;”
Χαμογέλασα συνεσταλμένα και απάντησα με Ιταλική προφορά.
“Από Ρώμη. Ο κύριος Περμιάκαφ με περιμένει. Γκρατσιάνα Μπιάντσι. Η ταυτότητα μου.”
Ένας από τους τέσσερις άντρες πήρε την ταυτότητα μου και χωρίς προειδοποίηση, χούφτωσε απότομα τα οπίσθια μου.
“Με πιασίματα, όπως του αρέσει.”
Ο δεύτερος από τους άντρες με έσπρωξε πάνω του και έσφιξε τα στήθη μου.
“Πύραυλος είναι η γκόμενα. Και για πες, έχεις πάει ποτέ με τέσσερις;”
“Θα βρούμε εμέις τρύπες να σου γεμίσουμε, μην αγχώνεσαι.”
Γέλασαν δυνατά και προσπαθώντας να κατευνάσω το άγχος μου, απάντησα ήρεμα.
“Ο κύριος Περμιάκαφ με περιμένει σε είκοσι λεπτά. Αν πληρώσετε καλά, θα κάνω τα μαγικά μου και για τους τέσσερις.”
Οι τέσσερις άντρες σφύριξαν κοιτώντας με από πάνω μέχρι κάτω.
“Έτοιμη για όλα ε;” είπε ο μοναδικός ξανθός.
“Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις.”
“Και θα πληρωθείς καλά, και θα σε γεμίσουμε καλά. Τι άλλο θες;”
Χασκογέλασαν μεταξύ τους, και ο νεότερος ένευσε στον ξανθό.
“Πάρε τον Ίγκαρ και πες του να κλείσει τις κάμερες για κανά τέταρτο μπροστά. Μην πάρει μάτι ο μαλάκας.”
“Έγινε.”
Αδημονούσα τη στιγμή που θα έσκιζα το λαιμό του ξανθού και θα τον κλοτσούσα στην μούρη. Παρόλα αυτά, το σχέδιο πήγαινε κατ'ευχήν, οι κάμερες θα έκλειναν σε λίγα δευτερόλεπτα και ο Κριστόφ θα ερχόταν ώστε να κάνουμε έφοδο στην έπαυλη.
Υπομονή Μόιρα. Το έχεις κάνει ξανά αυτό. Θα τα καταφέρεις.
Ο ξανθός επέστρεψε και έκανε νόημα στους υπόλοιπους ότι όλα ήταν κανονισμένα και πως ο γνωστός άγνωστος Ίγκαρ είχε αποσυνδέσει τις κάμερες της πρόσοψης και της εξωτερικής αυλής.
“Ξεκινάμε;” αναφώνησα, κρύβοντας την αηδία μου μπροστά στις τέσσερις ξαναμμένες μούρες τους.
“Ένα λεπτό. Τι κρύβεις πίσω από τις μπότες σου;”
“Τι εννοείς;”
Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου ενώ ο σκουρόχρωμος τύπος με πλησίασε απειλητικά ώστε να ελέγξει το εξόγκωμα στο γόνατο μου.
“Κάτι φαίνεται, κάτι ασημένιο. Τι έχεις εκεί;”
Η φωνή του αντήχησε μεσά στην νεκρική νύχτα και κράτησα την ανάσα μου. Δεν είχα τοποθετήσει σωστά το μαχαίρι στο δεξί πόδι, αυτό ήταν. Δεν το είχα κρύψει καλά. Το είχε εντοπίσει, θα με καταλάβαινε και όλα θα τέλειωναν.
Μα που στο καλό ήταν ο Κριστόφ;
Ο άντρας έβγαλε το μικρό ασημένιο μαχαίρι από το δεξί μου πόδι και με μία απρόσμενη κίνηση έβγαλε και αυτό που είχα κρύψει στο αριστερό.
“Για δείτε εδώ. Η πουτάνα, ή μας λέει ψέματα, ή έχει όρεξη για άγρια πράγματα. Για ποιον δουλεύεις παλιοτσούλα;”
Οι τέσσερις άντρες με στρίμωξαν πάνω στα κάγκελα και ο ένας έβαλε το χέρι του στο λαιμό μου. Αν, εκείνη τη στιγμή, τον απωθούσα, η κάλυψη μου θα έπαιρνε δρόμο και θα βρισκόμουν αντιμέτωπη με τέσσερις δίμετρους και γυμνασμένους τύπους, απίστευτα οπλισμένους και έτοιμους να με σκοτώσουν επιτόπου.
Όχι ότι δεν θα μπορούσα να τα έβαζα μαζί τους. Αλλά το λάθος που είχα κάνει, σε συνδυασμό με την ανεξήγητη απουσία του Κριστόφ, με είχε ταράξει για τα καλά. Που στο διάολο βρισκόταν; Κάτι του συνέβει, δεν υπήρχε περίπτωση. Είχαμε συμφωνήσει, τη στιγμή που θα ακούσει ότι έκλεισαν τις κάμερες, θα ορμούσε από το πουθενά. Πως γίνεται να αργούσε τόσο;
Πάντα επέμενα ότι τα επαγγελματικά δεν πρέπει να μπλέκονται με τα προσωπικά. Μέχρις ότου ερωτεύτηκα τον Κριστόφ και πλέον, στο ανοιχτό πεδίο, το μυαλό μου ήταν συνεχώς χωρισμένο ανάμεσα σε εκείνον και τον τελικό στόχο μας-- στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον Περμιάκαφ.
“Λοιπόν, τσουλίτσα, για ποιον δουλεύεις;”
Ο ξανθός έβγαλε το μαχαίρι και το τοποθέτησε στο λαιμό μου ενώ ο σκουρόχρωμος τοποθέτησε το δεύτερο μαχαίρι ακριβώς μπροστά από τα γεννητικά μου όργανα.
“Μίλα γαμώτο! Ποιος σε πλήρωσε για να βγάλεις από την μέση τον Περμιάκαφ;”
Προσπάθησα να ξεχάσω τον Κριστόφ και να σταματήσω να σκέφτομαι τους πιθανούς λόγους που δεν ήταν εδώ, μαζί μου, όπως είχαμε συμφωνήσει, να φυλάει τα νώτα μου και να κόψει τη γλώσσα του μαλάκα που τόλμησε να με αποκαλέσει τσούλα. Προσπάθησα να ξεχάσω το άγχος που μου προκαλούσε η απουσία του και απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
“Το είπες και μόνος σου, μου αρέσουν τα άγρια. Αν δεν φτύσεις λίγο αίμα, δεν το απολαμβάνεις σωστά;”
Αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου, όπως μπορούσα, και τοποθέτησα το χέρι μου πάνω στο χέρι του ξανθού που με σημάδευε στο λαιμό. Κατάφερα και το τράβηξα εκατοστά μακριά και έφερα το μαχαίρι στο στόμα μου. Άρχισα να το γλύφω έντονα ενώ ξέσφιγγα σιγά σιγά το πάνω μέρος του μαύρου κορσέ μου.
“Σοβαρά τώρα, είσαι τέτοια γκόμενα;”
Αναστέναξα βαθιά και ο ξανθός άφησε το μαχαίρι στα χέρια μου. Το καθοδηγούσα πάνω στο δέρμα μου, ακολουθόντας τον στενό δρόμο ανάμεσα στα στήθη μου. Ο σκουρόχρωμος με παρατηρούσε άφωνος, παραδίδοντας μου χωρίς σκέψη και το δεύτερο μαχαίρι.
Αν και συνέχισα να κάνω κύκλους ανάμεσα στα σχεδόν εκτεθειμένα στήθη μου με τον έναν σουγιά, με τον δεύτερο έσκισα μέρος της φούστας μου και πλησίασα τον μοναδικό τύπο που δεν είχε μιλήσει καθόλου όση ώρα συνέβαιναν τα καθέκαστα.
Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός, αλλά χαμογέλασε σαρδόνια και μου έριξε ένα δυνατό χαστούκι που με έκανε να πέσω στα γόνατα. Συνέχισε να με χτυπάει και ήμουν τόσο σαστισμένη, μιας και συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να σώσω το σχέδιο, δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω σε ό,τι ζούσα εκέινη τη στγμή, μιας και ο μαλάκας που ερωτεύτηκα ήταν χαμένος και δεν ήξερα πως να προχωρήσω.
Οι κλωτσιές έρχονταν από διάφορα μέρη και αδυνατούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα που έτρεχαν σαν ποτάμια από τα μάτια μου.
“Κράτα τον Ρουμάνο ρε, αν την σκοτώσει θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα με το αφεντικό.”
“Αυτό δεν ήθελε;”
Τα πάντα γύρω μου γυρνούσαν ασταμάτητα και ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει λες και είχε φτάσει στο λαιμό μου. Δεν μπορούσα να κουνήσω το σώμα μου, ενώ τα δυο μου πόδια είχαν παραλύσει προσωρινά. Ένιωθα το πρόσωπό μου βαρύ και μουδιασμένο, ενώ ήμουν σίγουρη ότι αν δεν έφτυνα το αίμα που είχε μαζευτεί στο στόμα μου, όση ώρα με κλωτσούσε ο ψυχανώμαλος, θα πνιγόμουν επιτόπου.
Προσπάθησα να σταθώ στα πόδια μου, στηριζόμενη πρώτα στο σκληρό έδαφος με τους αγκώνες μου, αλλά ένιωσα δυο κρύα χέρια να με κρατάνε δέσμια, πιέζοντας με ξανά προς τα κάτω.
“Έλα, ποιος έχει σειρά; Να μπω πρώτος;”
Μιλούσε ο ψυχανώμαλος, ήμουν σίγουρη, και προς ανακούφιση μου ο ξανθός πήρε το μέρος μου.
“Δεν θα συμμετάσχω σε αυτό. Άστην κάτω, την έχεις σακατέψει και ο Περμιάκαφ δεν γουστάρει να του κάνεις κώλο το πράγμα του.”
“Αδερφή είσαι ρε ξανθόψειρα; Έτοιμη την έχεις, αφού εκείνη το ήθελε από την πρώτη στιγμή. Μας παρακαλούσε να την γαμήσουμε ενώ φτύνει αίμα.”
Για πρώτη φορά στην ζωή μου προσευχόμουν να μην ζούσα την συνέχεια, για πρώτη φορά στην ζωή μου προσευχόμουν κάποιος άλλος να με σώσει, μιας και δεν μπορούσα να το κάνω εγώ αυτό. Επειδή ήμουν αδύναμη, ήμουν τόσο αδύναμη και είχα φερθεί σαν ηλίθια. Μισούσα απίστευτα τον εαυτό μου εκείνη την στιγμή, τον μισούσα, και μαζί με εμένα μισούσα και τον άντρα στον οποίο είχα εμπιστευτεί την αξιοπρέπεια και την ζωή μου. Τον άντρα που τώρα ήταν χαμένος και με είχε εγκαταλέιψει αιμόφυρτη, μαζί με τέσσερις άγνωστους οι οποίοι ήθελαν να με βιάσουν ομαδικά, όπως ακριβώς είχαν κάνει στην αδερφή μου, τόσα χρόνια πριν.
Άκουσα τον ξανθό να βρίζει και με μία κίνηση ανέβασε την φούστα ως την μέση μου και με τράβηξε πάνω του, χουφτώνοντας τα πισινά μου. Ένιωθα τόσο βρώμικη, τόσο ποταπή-- τα χέρια του ήταν κρύα ενώ έμοιαζαν σαν γλοιώδη φίδια πάνω στο σώμα μου. Ο φόβος με έκανε να μην μιλήσω, να μην φωνάξω, λες και είχα καταπιεί την γλώσσα μου, λες και είχα χάσει την ικανότητα να μιλήσω. Προσπάθησα να εξαπατήσω τον εαυτό μου, να σκεφτώ ότι δεν συμβαίνει αυτό σε εμένα, δεν γινόταν να πάθω κάτι τέτοιο. Η αβοήθητη κοπέλα στον δρόμο ήταν μια ξένη, μια ξένη που απλά μου έμοιαζε. Μια ξένη που δεν έφταιγε σε τίποτα όσο και να αισθανόταν ότι όντως έφταιγε.
Όχι, δεν είχα ζητήσει τίποτα από όλα αυτά, δεν είχα ζητήσει να με βιάσουν, ήταν όλα μέρος του σχεδίου, ενός επικίνδυνου σχεδίου που βασιζόταν κυρίως στην άμεση εμφάνιση του Κριστόφ, γιατί πως αλλιώς θα μπορούσα να υπερασπίσω τον εαυτό μου αν δεν τον είχα δίπλα μου-- τον συνεργό και σύμμαχο μου, τον εραστή και καλύτερο μου φίλο;
Φταις που τον εμπιστεύτηκες. Φταις που τον πίστεψες τυφλά και δεν έλεγες να καταλάβεις ότι ο εγωισμός του τον τύφλωνε τόσο πολύ. Τον τύφλωνε τόσο πολύ που να, τώρα είσαι αβοήθητη, είσαι στο έλεος ενός αγνώστου με υπερβολικά τεράστια χέρια, χέρια που τα νιώθεις ξένα πάνω σου, χέρια που δεν σου είναι οικεία, χέρια που σε ψάχνουν σαν ένα κομμάτι κρέας.

Άκουσα να ανοίγει το φερμουάρ του παντελονιού του ενώ εκείνη τη στιγμή, ο σκουρόχρωμος ήρθε δίπλα μου και με έφτυσε, έβγαλε το δικό του όργανο και ένιωσα σταγόνες από τα ούρα του να πιτσιλάνε το πρόσωπό μου. Ο ίδιος μου έδωσε μια απότομη κλωτσιά στο μάγουλο και τα πάντα γύρω μου μετατράπηκαν σε ένα αχανές μάυρο, ένα μαύρο που με ρούφηξε στην δίνη του.