Monday, 23 May 2016

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ", ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ 


ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ 

Ο Περμιάκαφ στάθηκε μπροστά μου με σάρκα και οστά, και βρήκα τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι χρώμα θα είχε το αίμα του όταν του έκοβα τον λαιμό. Θα ήταν μάλλον ένα πηχτό και κολλώδες μαύρο.
“Κρίμα και για την Μόιρα. Η καημένη νόμιζε ότι θα προλάβαινε να τοποθετήσει τις βόμβες. Για δες εδώ..” είπε και έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα κινητό τηλέφωνο.
“Δες, τώρα είναι η σειρά του Γουίλ. Σκοτζέζος, από οικογένεια λόρδων.”
Το βίντεο ήταν σε νυχτερινή όραση και δυσκολευόμουν να δω ξεκάθαρα την σκηνή. Παρόλα αυτά, μια γυναίκα ήταν αλυσοδεμένη σε μια σιδερένια καρέκλα και ο ονόματι Γουίλ την κρατούσε από το κεφάλι και την χαστούκιζε συνέχεια. Η γυναίκα είχε μακριά μαλλιά, και μόνο όταν η κάμερα εστίασε στο πρόσωπό της, μόνο τότε κατάφερα να ξεχωρίσω τα μάτια και το στόμα της.
“ΤΙ ΤΗΣ ΚΑΝΕΙΣ ΤΕΡΑΣ--”
Έβγαλα τα περίστροφα που έκρυβα στις τσέπες του τζιν μου, αλλά δυο γεροδεμένα χέρια μου κλείδωσαν τους καρπούς μου. Έβρισα δυνατά και συνειδητοποίησα ότι τόση ώρα ένας άγνωστος στεκόταν από πίσω μου, έτοιμος να με αρπάξει την στιγμή που θα έκανα αυτό το λάθος. Τον απώθησα με τους αγκώνες μου και με μια τρικλοποδιά. Επιτέλους κατάφερα και εστίασα στον Περμιάκαφ.
Έφερα τα πόδια μου μπροστά και τον κλώτσησα στο πρόσωπο. Εκείνος εκανε μερικά απότομα βήματα πίσω και κρύφτηκε στις σκιές. Ο άγνωστος άνδρας σηκώθηκε από το δάπεδο, με έπιασε από την πλάτη και προσπάθησε να με μαχαιρώσει. Κατάφερε να σχίσει τα μπράτσα μου αλλά γρήγορα τον αφόπλισα. Στη συνέχεια, με το κούτελο μου χτύπησα δυνατά το δικό του, κάνοντας τον να παραπατήσει και να χάσει την συγκέντρωση του. Αμέσως υπολογίζοντας τέλεια το κέντρο βάρος του, με το δεξί μου χέρι γύρισα το σώμα του και τον έριξα ανάσκελα στο πάτωμα. Η ανάσα του είχε κοπεί και δεν χρειάστηκαν πολλές κλωτσιές ώστε να αφήσει την τελευταία του πνοή.
Ο Περμιάκαφ στεκόταν απέναντι μου με ένα όπλο να με στοχεύει στο γόνατο. Χωρίς να το σκεφτώ του επιτέθηκα και εκείνος, χάνοντας το σημάδι του, πρόλαβε και έριξε μια σφαίρα που άγγιξε λίγο τον ώμο μου. Ο πόνος ήταν δυνατός, αλλά συνέχισα προς το μέρος του και άρχισα να τον γρονθοκοπώ χρησιμοποιώντας τις δικές του τεχνικές.
“Έχεις χάσει τη φόρμα σου αφέντη, ή μου φαίνεται; Ούτε ένα αριστερό άπερκατ δεν μπορείς να αποκρούσεις.”
Εκείνη τη στιγμή βρήκε τρόπο να πάρει το μαχαίρι από τη ζώνη μου και μονομιάς το έμπηξε στο στέρνο μου, λίγο πιο πάνω από το μέρος της καρδιάς. Παραπάτησα προς τα πίσω και βρέθηκα στα γόνατα μου. Λίγα δευτερόλεπτα πέρασαν και βρισκόμουν με το μαχαίρι στα χέρια μου και με το σκούρο μου αίμα να χρωματίζει το ξύλινο πάτωμα.
Ο Περμιάκαφ παρέμεινε σε αρκετή απόσταση από εμένα και ανασαίνοντας κουρασμένος, έγειρε το σώμα του στον τοίχο. Ήταν φανερά πολύ πιο αργός και αν δεν με είχε μαχαιρώσει, θα τον είχα αποτελειώσει στη στιγμή.
“Γαμημένε Κριστόφ. Δεν λες να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να την σώσεις; Είμαι εδώ για να σου προσφέρω μια μόνιμη θέση δίπλα μου, και εσύ κάθεσαι και με σακατεύεις. Θα με ακούσεις λίγο; Η Μόιρα πάει, τώρα θα έχει πεθάνει στα χέρια αυτών των σαδιστών που μόλις σου έδειξα. Τι την είχες την πόρνη, τι της είχες βρει; Αν είναι δυνατόν, σε είχα για πιο έξυπνο. Το θέμα είναι ότι τώρα, τώρα που στα πήρα όλα, που δεν σου απομένει τίποτα.... Τι θα κάνεις;”
Δεν μου έλεγε αλήθεια. Μπλόφαρε. Δεν γίνεται να ήταν εκείνη σε αυτό το βίντεο. Δεν γίνεται να την είχε φυλακίσει σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Η Μόιρα ήταν ικανή να τα βάλει με ολόκληρο στρατό αν της έκανε κέφι, δεν θα τα παρατούσε ποτέ.
Ήταν όμως και σακατεμένη στο ξύλο από αυτούς που πήγαν να την βιάσουν. Εξαιτίας σου δεν μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό της. Εξαιτίας σου θα την είχε πιάσει και ο Περμιάκαφ. Εξαιτίας σου θα πέθαινε έτσι. Εξαιτίας σου.
Δεν ήθελα να τον πιστέψω, όμως η Μόιρα ήταν όντως κουρασμένη και καταπονημένη. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα μπορούσε να ήταν όσο γρήγορη ήταν συνήθως ώστε να αντιμετωπίσει παραπάνω από δύο άντρες. Είχα δει τους μώλωπες στα πόδια της, τις μελανιές στην κοιλιά της, τα γδαρσίματα στα χέρια της. Το περπάτημα της δεν ήταν τόσο σταθερό ενώ το πρόσωπό της ήταν φουσκωμένο από την μία πλευρά.
“Όπως σκέφτεσαι λοιπόν την Μόιρα ήδη νεκρή, να ξέρεις ότι το άξιζε. Τόσο καιρό που είστε μαζί, ήξερε που είμαι και δεν στο έλεγε. Δεν στο έλεγε γιατί δεν ήθελε να μάθεις ότι με είχε επισκεφθεί ήδη μια φορά.”
Η τελευταία φράση έπεσε σαν βόμβα στο δωμάτιο. Τι δουλειά είχε με δαύτον; Γιατί να μου πει ψέματα; Τι σκεφτόταν και ήρθε να τον βρει μόνη της, χωρίς να φυλάω τα νώτα της; Αυτό ήταν που η σχέση μας θα βασιζόταν σε αλήθειες;
Όσες σκέψεις με τυρρανούσαν πριν λίγο έμοιαζαν μακρινές. Μακρινές και ανοικείες. Το μόνο που ήθελα ήταν εξηγήσεις. Εξηγήσεις από εκείνη.
Στράφηκα προς το μέρος του και προσπάθησα να σηκωθώ, όμως ο οξύς πόνος στο στήθος μου με κράτησε βιδωμένο στο πάτωμα.
“Τι εννοείς;”
“Εννοώ ότι, να, η κυρία Τορνατόρε γνώριζε που ήμουν όλο αυτον τον καιρό. Γνώριζε ότι ήμουν στην Βουδαπέστη και όταν ήρθατε, με επισκέφθηκε σε μια μικρή καλύβα ανατολικά του δάσους Τζέμενκ. Λίγα χιλιόμετρα μακριά από εδώ.”
“Ποιος ο λόγος να κάνει κάτι τέτοιο;”
“Ας πούμε ήθελε να διευθετήσει μόνη της κάποια θέματα. Το γεγονός ότι ζει ο αδερφός σου δηλαδή. Το γνώριζε και δεν ήθελε να το μάθεις.”
Σταμάτησε να μιλάει και χαμογέλασε σαρδόνια. Εγώ παρέμεινα να τον κοιτάζω, χωρίς να μπορέσω να αρθρώσω λέξη. Ο αδερφός μου.. ζει; Και εκείνη.. το ήξερε;
Αν και πονούσε όλο μου το κορμί, η προδοσία της έμοιαζε μεγαλύτερη από την δική μου. Με κορόιδευε εδώ και ένα χρόνο σχεδόν. Και δεν είχα καταλάβει τίποτα.
“Τώρα θα αναρωτιέσαι γιατί δεν στο είπε. Και θα θυμώνεις με τον εαυτό σου που δεν το κατάλαβες νωρίτερα. Συμφωνώ, η Μόιρα μπορεί να γίνει πολύ πειστική. Με διάφορα μέσα και τρόπους. Δεν στο είπε γιατί γνώριζε πως αν η τελική σου επιλογή ήταν ανάμεσα σε εκείνη ή τον αδερφό σου-- γνώριζε ότι δεν θα μπορούσες να διαλέξεις. Και θα σε εγκατέλειπε για αυτό. Επειδή ξέρει πόσο τον αγαπάς. Και βλέπεις, προτίμησε να σου πει ψέματα και να έρθει να με πείσει να μην σου πω τίποτα. Τόσο φοβόταν να αντιμετωπίσει τους δαίμονες της. Καμία γυναίκα δεν ανέχεται την σύγκριση με άλλους, σωστά;”
Ένιωθα υπερβολικά κουρασμένος για αυτό το μελόδραμα. Όση ώρα μιλούσε ο Περμιάκαφ, το κεφάλι μου κουδούνιζε και αισθανόμουν την ανάγκη να τρέξω μακριά, να ξεχάσω όσα είχα μόλις μάθει. Πονούσα αφόρητα, και στο σώμα και στη ψυχή. Μέσα σε λίγες ώρες είχα προδώσει την Μόιρα, την είχε πιάσει ο Περμιάκαφ ενώ έμαθε ότι μου έκρυβε πως ο αδερφός μου ζούσε..
“Γιατί να σε πιστέψω; Με θες με το μέρος σου, έτσι δεν είναι;. Θα έκανες τα πάντα για να με έχεις δίπλα σου. Αλλά γιατί; Και γιατί τώρα όλα αυτά;”
“Είχα δώσει μια υπόσχεση παλιά. Σε κάποια γυναίκα. Και είχα πει ότι δεν θα σε άφηνα ποτέ από τα μάτια μου.
Γνώριζα καλά την νονά σου, την γυναίκα που σε μεγάλωσε. Ήταν η καλύτερη μου φίλη και ο άνθρωπος που πάντα στεκόταν δίπλα μου και ας γνώριζε πόσο κάθαρμα ήμουν. Λίγο πριν πεθάνει, της υποσχέθηκα να σε προστατεύω. Και τώρα ήρθε η ώρα να κυνηγήσω ξανά αυτή την υπόσχεση.
Η Μόιρα σου λέει ψέματα. Ήξερε ότι ζει ο αδερφός σου. Είναι φυτό σε μια κλινική στην Ελβετία σχεδόν οχτώ χρόνια. Το γνώριζε καιρό και δεν στο έλεγε. Το ανακάλυψε μόνη της και στο έκρυβε. Όταν ο Χόρχε έμαθε που είμαι, εκείνη άδραξε την ευκαιρία να με βρει. Και εννοείται αρνήθηκα να κρατήσω την ύπαρξη του αδερφού σου μυστική. Έπρεπε να μάθεις την αλήθεια Κριστόφ και εκείνη γνώριζε ότι θα την μάθαινες από εμένα. Ανήκεις εδώ, σε όσα έχω χτίσει εγώ, όχι σε εκείνη. Σκέψου μόνο ότι ο αδερφός σου, μετά από τόσα χρόνια, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα άνοιξε τα μάτια του και είπε τις πρώτες του λέξεις. Σε ζήτησε. Εκείνη έφερε τον αδερφό σου σε αυτή την θέση, και εκείνη θα στον έπαιρνε ξανά.”
Η φωνή του ακουγόταν σταθερή και δυνατή. Αδυνατούσα να επεξεργαστώ όσα μου έλεγε. Είχα θάψει τον Αντριέι, δεν άντεχα να τον αφήσω να ζωντανέψει ξανά. Μου πήρε πολλά χρόνια να έρθω σε συμβιβασμό με ό,τι του είχε κάνει η Μόιρα και τώρα, τώρα όλα θα καταστρέφονταν, θα έπεφταν σαν μέρη ενός ντόμινο. Είχα προσπαθήσει τόσο για την σχέση μας, αλλά όπως φαινόταν, πάντα βασιζόταν περισσότερο στο πάθος της στιγμής, παρά την αγάπη. Τουλάχιστον από την πλευρά της.
“Τι περιμένεις; Η απόφαση είναι δική σου. Αύριο το πρωί πετάμε για Ελβετία και βρίσκεις ξανά τον μόνο εν ζωή συγγενή σου, τον μικρότερο σου αδερφό. Αλλιώς, με σκοτώνεις τώρα και δεν τον βλέπεις ποτέ. Δεν πρόκειται να τον βρεις ποτέ, μιας και η Μόιρα σε λίγη ώρα θα είναι νεκρή. Τι θα κάνεις άραγε, όταν δεν θα έχεις τίποτα που να σε κάνει άνθρωπο; Τίποτα που να σε κραταέι δεμένο κάπου;”
Ξαφνικά το πρόσωπό του Περμιάκαφ χλώμιασε και μία τεράστια τρύπα ανάμεσα στα φρύδια του, μάτωσε τα μάτια του. Σε δευτερόλεπτα επεσε κάτω, νεκρός και πιο ήρεμος από ποτέ, και στράφηκα απότομα προς τον πυροβολισμό.

“Τι την θέλει την φιλοσοφία αφού δεν το' χει;”

~Augustine